Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου ως ιστορική διαδικασία και ζήτημα δημόσιας μνήμης

Κείμενο: Νίκος Κοσμίδης, Υπ. Διδ. Αρχιτεκτονικής (ΔΠΘ)

Τη Δευτέρα 18 Μαΐου, στις 20:00, στο Μνημείο Προσφυγικού Ελληνισμού της Ξάνθης, πραγματοποιήθηκε ομιλία του Δρ. Θεοδόση Κυριακίδη, επιστημονικού συνεργάτη της Έδρας Ποντιακών Σπουδών του ΑΠΘ και προέδρου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, με θέμα «Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου: Από το έγκλημα στην αποκατάσταση». Την εκδήλωση άνοιξε ο πρόεδρος του Συλλόγου, Γεώργιος Χαραλαμπίδης, τονίζοντας ότι τα ζητήματα της Γενοκτονίας και της ιστορικής μνήμης απαιτούν γνώση και ακρίβεια, στοιχεία στα οποία συμβάλλουν ουσιαστικά επιστήμονες με ειδίκευση και τεκμηριωμένη ερευνητική παρουσία, όπως ο προσκεκλημένος ομιλητής.

Image00166

Η ομιλία του Θεοδόση Κυριακίδη δεν περιορίστηκε σε μια επετειακή αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Ανέδειξε τη Γενοκτονία ως ιστορική διαδικασία: ως οργανωμένο έγκλημα με ιδεολογική προετοιμασία, πολιτικό σχεδιασμό, διοικητικούς μηχανισμούς, παραστρατιωτικές δομές και μεθόδους εξόντωσης. Η προσέγγισή του κινήθηκε μέσα στο πεδίο των γενοκτονικών σπουδών, ενός επιστημονικού κλάδου που μελετά τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες της μαζικής βίας.

Αυτό έχει άμεση σημασία για τη δημόσια μνήμη: όταν η Γενοκτονία αντιμετωπίζεται μόνο ως τραυματικό παρελθόν ή ως επετειακή υπόμνηση, κινδυνεύει να περιοριστεί στη συγκίνηση της ημέρας. Όταν όμως εξετάζεται ως ιστορική διαδικασία, η μνήμη παύει να λειτουργεί μόνο επετειακά και μετατρέπεται σε εργαλείο ιστορικής γνώσης.

Κεντρικό σημείο της ομιλίας ήταν η επισήμανση ότι τα γεγονότα δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά αποσπασματικά. Ο Κυριακίδης τα ενέταξε στο ευρύτερο πλαίσιο της μετάβασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς ένα εθνικό κράτος, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των Νεοτούρκων και του Κομιτάτου Ένωσης και Προόδου. Μέσα από την επικράτηση της εθνικιστικής του πτέρυγας, ιδιαίτερα μετά το 1908 και την απώλεια των βαλκανικών κτήσεων, διαμορφώθηκε σταδιακά η αντίληψη ότι η νέα Τουρκία έπρεπε να απαλλαγεί από το χριστιανικό στοιχείο. Σύμφωνα με την ανάγνωση που παρουσίασε, η εξόντωση και η εκδίωξη των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυροχαλδαίων δεν μπορούν να εξετάζονται ως ασύνδετες περιπτώσεις, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής εθνικής και θρησκευτικής ομογενοποίησης. Έτσι, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη μνήμη μιας κοινότητας, αλλά ένα ευρύτερο ιστορικό φαινόμενο, χωρίς να ακυρώνεται η ιδιαίτερη εμπειρία του ποντιακού ελληνισμού.

Ο Κυριακίδης στάθηκε ιδιαίτερα στους μηχανισμούς της Γενοκτονίας: στον κεντρικό σχεδιασμό, στη στοχοποίηση των χριστιανικών πληθυσμών, στις εκτοπίσεις, στις πορείες θανάτου, στη δράση παραστρατιωτικών ομάδων και στη διπλή γλώσσα των δραστών. Από τη μία πλευρά υπήρχαν δημόσιες εντολές που μπορούσαν να παρουσιαστούν ως μέτρα ασφαλείας ή ως μετακινήσεις για στρατιωτικούς λόγους. Από την άλλη, υπήρχαν κρυφές οδηγίες και πρακτικές που οδηγούσαν στην εξόντωση.

Όπως ανέδειξε ο ομιλητής, η επίκληση της στρατιωτικής αναγκαιότητας από τους αρνητές της Γενοκτονίας δεν αντέχει στην ιστορική εξέταση. Ακόμη και αν η απομάκρυνση του ανδρικού πληθυσμού από ορισμένες περιοχές μπορούσε να παρουσιαστεί ως μέτρο ασφαλείας, η μαζική εκτόπιση γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων δεν είχε κανέναν στρατιωτικό λόγο. Αντίθετα, αποκάλυπτε τον πραγματικό χαρακτήρα της πολιτικής αυτής: τη στοχευμένη εξόντωση ενός πληθυσμού μέσα από τη μετακίνηση, την πείνα, την εξάντληση και την έκθεσή του στη βία.

Ξεχωριστή βαρύτητα είχε η αναφορά στις πορείες θανάτου. Ο ομιλητής υπογράμμισε ότι ο εκτοπισμός στο εσωτερικό της Ανατολίας δεν ήταν απλή μετακίνηση. Χωρίς τροφή και προστασία, με διαρκείς επιθέσεις και εξαντλητικές διαδρομές εκατοντάδων χιλιομέτρων, η ίδια η πορεία μετατρεπόταν σε μέθοδο εξόντωσης, την οποία ο ιστορικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, Πολυχρόνης Ενεπεκίδης (1917–2014), είχε περιγράψει ως «Άουσβιτς εν ροή». Η εξόντωση δεν πραγματοποιούνταν μόνο μέσω σφαγών, αλλά και μέσω συνθηκών που καθιστούσαν αδύνατη την επιβίωση.

Στο ίδιο πλαίσιο, η αναφορά στα ορφανά ανοίγει μια ακόμη κρίσιμη διάσταση. Η Γενοκτονία δεν αφορά μόνο τους νεκρούς, αλλά και τους επιζώντες, τα παιδιά που αποκόπηκαν από την οικογένεια, τη γλώσσα, τη θρησκεία και την κοινότητά τους. Η μεταφορά παιδιών σε άλλες οικογένειες και η αφομοίωσή τους σε διαφορετικό περιβάλλον συνιστά μορφή βίας που πλήττει τη συνέχεια της συλλογικής ταυτότητας. Έτσι, η απώλεια δεν ήταν μόνο βιολογική, αλλά και πολιτισμική, γλωσσική και οικογενειακή.

Από την άποψη των πολιτικών μνήμης, ιδιαίτερο βάρος είχε το πέρασμα από το έγκλημα στην αποκατάσταση. Ο Κυριακίδης υπογράμμισε ότι η Γενοκτονία δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται σήμερα η ιστορική συνείδηση, η εκπαίδευση και η πολιτική ευθύνη. Η μνήμη της δεν μπορεί να περιορίζεται στη διατήρηση μιας ταυτότητας τραύματος· χρειάζεται να μετασχηματίζεται σε αίτημα γνώσης, αναγνώρισης, δημόσιας ιστορίας και θεσμικής ευθύνης.

Σε αυτό το σημείο εισήγαγε την έννοια των συμβολικών επανορθώσεων. Πρόκειται για πράξεις που δεν αναιρούν το έγκλημα, αλλά αναγνωρίζουν την ιστορική αλήθεια και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια διαφορετική σχέση με το παρελθόν. Σε αυτές εντάσσονται η δημόσια αναγνώριση, η εκπαίδευση, τα μνημεία και τα μουσεία· όχι ως απλές τελετουργικές χειρονομίες, αλλά ως τρόποι με τους οποίους μια κοινωνία αναλαμβάνει την ευθύνη της μνήμης.

Ο Κυριακίδης συνέδεσε αυτή τη διάσταση και με το παρόν. Υπογράμμισε ότι όταν ο θύτης δεν εγκαλείται για το έγκλημα που έχει διαπράξει και δεν τίθεται ενώπιον των ευθυνών του, η ατιμωρησία μπορεί να τροφοδοτήσει νέες μορφές επιθετικότητας. Συνδέοντας τη συζήτηση με σύγχρονες μορφές αναθεωρητισμού, ενέταξε και τη σημερινή τουρκική ρητορική περί «Γαλάζιας Πατρίδας», επισημαίνοντας ότι η Γενοκτονία δεν είναι ζήτημα ενός κλειστού παρελθόντος, αλλά ζήτημα που αφορά το παρόν και το μέλλον.

Αυτή η πολιτική διάσταση της μνήμης, ωστόσο, δεν οδηγεί αναγκαστικά σε απλουστευτικές ή συλλογικά ενοχοποιητικές αναγνώσεις. Γι’ αυτό ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η αναφορά του Κυριακίδη στους «δίκαιους Τούρκους», κατ’ αναλογία των «Δικαίων των Εθνών». Πρόκειται για Τούρκους, γείτονες, προκρίτους ή αξιωματικούς, οι οποίοι, σύμφωνα με την έρευνα που έχει πραγματοποιήσει, προσπάθησαν να προστατεύσουν Έλληνες, να τους ειδοποιήσουν, να αντισταθούν σε εντολές εκτοπισμού ή να αρνηθούν να συμμετάσχουν σε πράξεις εξόντωσης. Η αναφορά αυτή εισάγει στη μνήμη της Γενοκτονίας μια αναγκαία ηθική και ιστορική πολυπλοκότητα.

Η ανάδειξη των «δίκαιων Τούρκων» δεν αμβλύνει το έγκλημα ούτε σχετικοποιεί την ευθύνη των δραστών. Αντίθετα, ενισχύει την ιστορική ακρίβεια και την ηθική σοβαρότητα της μνήμης, δείχνοντας ότι ακόμη και μέσα σε συνθήκες οργανωμένης βίας υπήρξαν πρόσωπα που αρνήθηκαν τη λογική της εξόντωσης. Η μνήμη τους δεν πρέπει να χαρίζεται στην άρνηση, στον εθνικισμό ή στη συλλογική ενοχοποίηση. Ανήκουν σε μια άλλη ιστορία, την ιστορία της ανθρώπινης ευθύνης απέναντι στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Αυτή η προσέγγιση δείχνει ότι η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου δεν αφορά μόνο την υπενθύμιση ενός ιστορικού εγκλήματος. Αφορά την ανάγκη να κατανοούμε πώς παράγεται η μαζική βία, πώς οργανώνεται η εξόντωση και πώς λειτουργεί η άρνηση. Το ζητούμενο, επομένως, είναι μια μνήμη ιστορικά ενεργή: συνδεδεμένη με την εκπαίδευση, τη δημόσια ιστορία, τη θεσμική ευθύνη και τη δημοκρατική εγρήγορση, χωρίς να διολισθαίνει ούτε σε αδρανή τελετουργία ούτε σε εθνικιστική εργαλειοποίηση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συμβολή των ποντιακών σωματείων και των επιστημόνων που έχουν αφιερωθεί στο αντικείμενο υπήρξε καθοριστική, τόσο για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης όσο και για τη διεθνή προώθηση του αιτήματος αναγνώρισης. Ωστόσο, η αναφορά στη Γενοκτονία χρειάζεται να εντάσσεται σταθερά σε μια ευρύτερη πολιτική μνήμης, στην εκπαίδευση και στον δημόσιο και διεθνή λόγο της χώρας, ως στοιχείο πολιτικής αυτογνωσίας και υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής.

Μια τέτοια αντίληψη της μνήμης τιμά τα θύματα, κατονομάζει τους μηχανισμούς της εξόντωσης και αναζητά την ευθύνη των δραστών. Ταυτόχρονα, διασώζει τις πράξεις εκείνων που αντιστάθηκαν στην απανθρωποποίηση, υπενθυμίζοντας ότι η ιστορική ακρίβεια δεν αποδυναμώνει τη διεκδίκηση της αναγνώρισης, αλλά την καθιστά ηθικά και πολιτικά πιο ισχυρή.

Η αποκατάσταση προϋποθέτει πρωτίστως την αναγνώριση του εγκλήματος από την Τουρκία, η οποία εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία. Παράλληλα, η ελληνική πλευρά έχει την ευθύνη να διατηρεί το ζήτημα ενεργό στην εκπαίδευση, στη δημόσια ιστορία και στη διπλωματική της ατζέντα. Μόνο έτσι η μνήμη μπορεί να λειτουργεί ως πράξη ιστορικής αλήθειας και ευθύνης απέναντι στους νεκρούς.

Ο Θεοδόσιος Κυριακίδης είναι διδάκτορας Νεότερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Αποφοίτησε από το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παρακολούθησε μαθήματα στο Westfalische-Wilhelms Universität Münster στην Γερμανία και στο Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο της Ρώμης στην Ιταλία. Υπήρξε μεταδιδακτορικός ερευνητής στο πανεπιστήμιο La Sapienza στη Ρώμη και έχει παρακολουθήσει το Διεθνές Πρόγραμμα για τη Γενοκτονία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Είναι πτυχιούχος Ελληνικής Παλαιογραφίας και κατέχει δίπλωμα εξειδίκευσης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στη Διοίκηση των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Απόκτησε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στον Τομέα της Ιστορικής Θεολογίας του Α.Π.Θ. Μιλάει αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά και διαβάζει γαλλικά. Έχει πραγματοποιήσει εκτεταμένη αρχειακή έρευνα και έχει οργανώσει και συμμετάσχει σε πλήθος συνεδρίων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει λάβει υποτροφίες και διακρίσεις από ιδρύματα της Ελλάδας της Αμερικής και της Ιταλίας. Έχει συγγράψει μονογραφίες και άρθρα σχετικά με την εκκλησιαστική ιστορία του Πόντου, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Βατικανό.

Comments are closed.

Close Search Window