Η σχέση των ιερών τόπων με τη θρησκευτική ταυτότητα, τη συλλογική μνήμη και τις ιστορικές αφηγήσεις αποτέλεσε το αντικείμενο της Β΄ Συνεδρίας του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου του Διεθνούς Παρατηρητηρίου Θρησκευτικού Φονταμενταλισμού, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 2 και 3 Ιουλίου 2026 στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης, στο Κολυμπάρι Χανίων.
Η συνεδρία είχε τον τίτλο «Θρησκεία, ταυτότητα και μνήμη: ο ρόλος των ιερών τόπων στη συγκρότηση συλλογικών αφηγήσεων» και πραγματοποιήθηκε υπό την προεδρία του Dalibor Đukić, Αναπληρωτή Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου. Στο πλαίσιό της παρουσιάστηκαν τέσσερις εισηγήσεις, με διαφορετικές αφετηρίες και παραδείγματα: ένα διαθρησκειακό προσκύνημα στη Σερβία, η μεταφορά της μνήμης και των ιερών καταλοίπων από τις παλαιές στις νέες πατρίδες, η υλικότητα των ιερών τόπων ως πεδίο συνάντησης και οι τόποι μαζικού θανάτου του 20ού αιώνα.
Ύστερα από πρόσκληση των διοργανωτών προς το πρόγραμμα Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού, εντάχθηκε στη συνεδρία και εισήγηση σχετικά με τους στρατιωτικούς χώρους ταφής, τα πρώην στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη συγκρότηση των αφηγήσεων δημόσιας μνήμης.

Πρώτος ομιλητής ήταν ο Αθανάσιος Αθανασιάδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας Σλαβικών Εκκλησιών στο Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η εισήγησή του είχε τίτλο «Το προσκύνημα της Παναγίας του Χιονιού στους Τεκέδες του Σρέμ (Σερβία) ως τόπος διαθρησκειακής συνύπαρξης Ρωμαιοκαθολικών, Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων».
Το προσκύνημα βρίσκεται στο Tekije (Τεκίγιε), στην περιοχή του Srem (Σρεμ), κοντά στο Petrovaradin (Πετροβαραντίν), σε έναν τόπο με διαδοχικές θρησκευτικές και πολιτικές εγγραφές. Η ίδια η ονομασία Tekije διατηρεί τη μνήμη του οθωμανικού τεκέ και της παρουσίας σουφικών ταγμάτων, παρότι ο σημερινός ναός συνδέεται κυρίως με τη ρωμαιοκαθολική παράδοση και την τιμή προς την Παναγία του Χιονιού.
Η ιστορική τοπογραφία του μνημείου περιλαμβάνει έναν παλαιότερο χριστιανικό ναό, την οθωμανική περίοδο και τη λειτουργία μουσουλμανικού θρησκευτικού κέντρου, καθώς και τη μεταγενέστερη επαναφορά του χώρου στη χριστιανική λατρεία. Η ιδιαίτερη σύνδεσή του με την Παναγία του Χιονιού σχετίστηκε με τη μάχη του Petrovaradin στις 5 Αυγούστου 1716 και με την απόδοση της νίκης των αυτοκρατορικών στρατευμάτων στην προστασία της Θεοτόκου.
Στον ίδιο γεωγραφικό χώρο αναπτύχθηκε ισχυρή σερβική ορθόδοξη παρουσία. Οι μετακινήσεις σερβικών πληθυσμών και το μοναστικό δίκτυο της Fruška Gora διαμόρφωσαν μια ακόμη ιστορική και θρησκευτική διάσταση. Στον σημερινό ναό υπάρχει ορθόδοξο ιερό, ενώ στις τελετές συμμετέχουν πιστοί διαφορετικών χριστιανικών ομολογιών, αλλά και μουσουλμάνοι που αποδίδουν τιμή στην Παναγία.
Η περίπτωση του Tekije έδειξε με σαφή τρόπο ότι στον ίδιο χώρο μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές μνήμες, χωρίς να χάνουν τη διακριτή τους υπόσταση. Η οθωμανική μουσουλμανική παρουσία, η σερβική ορθόδοξη παράδοση και η κροατική ρωμαιοκαθολική μνήμη δεν συνθέτουν μία ενιαία ιστορική αφήγηση. Εγγράφονται στην τοπωνυμία, στην αρχιτεκτονική, στις τελετουργίες και στις διαφορετικές αναγνώσεις του τόπου.
Η εισήγηση ανέδειξε, συγχρόνως, τον τρόπο με τον οποίο οι θρησκευτικές τελετές απέκτησαν από τον 19ο αιώνα και ισχυρό εθνικό χαρακτήρα. Τα προσκυνήματα λειτουργούσαν ως χώροι λατρείας, αλλά και ως τόποι επιβεβαίωσης της συλλογικής παρουσίας μιας κοινότητας. Το παράδειγμα αυτό έθεσε ήδη ένα από τα βασικά ερωτήματα της συνεδρίας: πώς ένας τόπος που φέρει ανταγωνιστικές ιστορικές μνήμες μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί ως χώρος κοινής προσέλευσης και ειρηνικής παρουσίας.
Ακολούθησε η εισήγηση του Παναγιώτη Θωμά, Καθηγητή Θεολογίας και Εκπαιδευτή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου, με τίτλο «Η μεταφύτευση του παλαιού τόπου στη νέα πατρίδα: μια πεντζίκεια ελπιδοφόρα προοπτική για μια δυναμική θεώρηση των μνημείων».
Ως αρχικό παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε η Kaiser-Wilhelm-Gedächtniskirche στο Βερολίνο, η οποία υπέστη βαριές καταστροφές από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του 1943. Η απόφαση να διατηρηθεί μεταπολεμικά το καμπαναριό της ως ερείπιο μετέτρεψε το τραυματισμένο κτίσμα σε δημόσια μαρτυρία του πολέμου και σε υπενθύμιση της ανάγκης για ειρήνη.
Στον ίδιο χώρο σημειώθηκε, τον Δεκέμβριο του 2016, τρομοκρατική επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου. Το γεγονός πρόσθεσε ένα ακόμη στρώμα τραυματικής μνήμης σε ένα ήδη φορτισμένο μνημείο. Η αναφορά αυτή έδειξε ότι η σημασία ενός τόπου δεν παγιώνεται οριστικά κατά τη στιγμή της μνημειακής του θεσμοθέτησης. Μεταβάλλεται καθώς νέα γεγονότα, τελετές και εμπειρίες εντάσσονται στη δημόσια πρόσληψή του.
Μέσα από το έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, ο Παναγιώτης Θωμά ανέπτυξε μια δημιουργική θεώρηση των ερειπίων, των λειψάνων και των υλικών καταλοίπων. Τα απομεινάρια της καταστροφής δεν αντιμετωπίστηκαν ως κατάλοιπα ενός στατικού πένθους, αλλά ως φορείς συνέχειας. Η αναφορά στους κατοίκους της Πάργας, οι οποίοι μετέφεραν τα οστά των προγόνων τους όταν εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, καθώς και στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και της Καππαδοκίας, ανέδειξε τη σημασία των λειψάνων, των εικόνων και των λατρευτικών πρακτικών στη συγκρότηση των νέων κοινοτήτων.
Η «μεταφύτευση» του παλαιού τόπου δεν σημαίνει πιστή αναπαραγωγή του. Η νέα πατρίδα αποκτά ναούς, μνήμες και τελετουργίες που διατηρούν τη σχέση με τον τόπο προέλευσης, χωρίς να ακυρώνουν τη νέα ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα. Στη διαδικασία αυτή, τα υλικά κατάλοιπα αποκτούν ενεργό ρόλο στη συνέχεια της κοινότητας.
Στην ίδια προοπτική εντάχθηκε και η αναφορά στον «Σταυρό των Καρφιών», που δημιουργήθηκε από καρφιά του κατεστραμμένου καθεδρικού ναού του Κόβεντρι και προσφέρθηκε ως σύμβολο συμφιλίωσης. Η ύλη του κατεστραμμένου μνημείου διατήρησε τη μνήμη της βίας και απέκτησε, παράλληλα, μια νέα δημόσια και τελετουργική λειτουργία.
Ο Χριστόφορος Αρβανίτης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού στην Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης, παρουσίασε στη συνέχεια την εισήγηση «Ο σαρκωμένος χώρος της ενότητας: Η υλικότητα των ιερών τόπων ως οικουμενική, διαθρησκευτική αφήγηση».
Η εισήγηση εστίασε στην εμπειρία του ιερού τόπου ως υλικού και βιωμένου χώρου. Η πορεία προς το προσκύνημα, η σωματική παρουσία, η προσευχή, ο ήχος, το φως και η ανθρώπινη συνάντηση συνθέτουν μια εμπειρία που δεν εξαντλείται στη θεσμική ή συμβολική σημασία του μνημείου. Ο ιερός τόπος μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο επικοινωνίας με ανθρώπους διαφορετικής θρησκευτικής και πολιτισμικής προέλευσης.
Ο Χριστόφορος Αρβανίτης αναφέρθηκε στο παράδοξο που χαρακτηρίζει πολλούς ιερούς τόπους. Ενώ οι θρησκείες διατυπώνουν αξίες ειρήνης, αγάπης και αλληλεγγύης, η σύνδεση συγκεκριμένων μνημείων με εθνικές και κοινοτικές ταυτότητες μπορεί να οδηγήσει σε αποκλειστικές διεκδικήσεις. Η απώλεια ή η αλλαγή χρήσης ενός ιερού τόπου μπορεί να προσληφθεί ως διακοπή της ιστορικής συνέχειας μιας κοινότητας.
Στο σημείο αυτό η εισήγηση συνδέθηκε άμεσα με το παράδειγμα του Tekije. Οι κοινοί ιεροί τόποι δεν καταργούν τις διαφορές των ανθρώπων που τους επισκέπτονται. Η σημασία τους βρίσκεται στη δυνατότητα να φιλοξενούν διαφορετικές μορφές ευλάβειας και να περιορίζουν, μέσα από την πραγματική συνάντηση, την αντίληψη του άλλου ως αφηρημένης απειλής.
Παρουσιάστηκαν επίσης σύγχρονες αρχιτεκτονικές απόπειρες διαθρησκευτικής συνύπαρξης, όπως το “House of One” στο Βερολίνο, όπου προβλέπονται διακριτοί χώροι για χριστιανική, ιουδαϊκή και μουσουλμανική λατρεία γύρω από μία κοινή αίθουσα διαλόγου. Αντίστοιχα παραδείγματα αναφέρθηκαν στη Βέρνη, στη Βιέννη, στο Ανόβερο, στο Μόναχο και στο Άμπου Ντάμπι. Η αρχιτεκτονική οργάνωση δεν επιλύει από μόνη της τις θρησκευτικές ή πολιτικές συγκρούσεις. Μπορεί, ωστόσο, να προβλέψει έναν κοινό χώρο, διατηρώντας συγχρόνως τη διακριτή ταυτότητα κάθε κοινότητας.

Την τέταρτη εισήγηση, με τίτλο «Χώροι μνήμης, τόποι μαρτυρίου: συλλογικές ταυτότητες και η αναζήτηση μιας οικουμενικής αφήγησης», παρουσίασε ο Νίκος Κοσμίδης, υπεύθυνος του προγράμματος Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού και υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
Η εισήγηση εξέτασε μια ειδική κατηγορία χώρων που διαμορφώθηκε κατά τον 20ό αιώνα γύρω από εμπειρίες μαζικού θανάτου. Τα στρατιωτικά κοιμητήρια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα μνημεία των αγνοουμένων και οι χώροι των πρώην στρατοπέδων συγκέντρωσης δεν αποτελούν παραδοσιακούς λατρευτικούς τόπους. Αποκτούν όμως ιδιαίτερη μνημονική και συμβολική πυκνότητα μέσα από τη σχέση τους με το σώμα, την απουσία, το τραύμα και τη δημόσια τελετουργία.
Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κλίμακα της απώλειας, οι πρόχειρες ταφές, η διάλυση των σωμάτων και οι χιλιάδες αγνοούμενοι δημιούργησαν νέα προβλήματα μνημόνευσης. Η συγκρότηση οργανωμένων στρατιωτικών κοιμητηρίων και η εφαρμογή κοινών αρχών ταφής, ανεξάρτητα από τον βαθμό και την κοινωνική θέση των νεκρών, διαμόρφωσαν ένα νέο χωρικό πρότυπο μνημονικής εμπειρίας.
Στα μνημεία των αγνοουμένων, η μνήμη μετατοπίστηκε από το σώμα προς το όνομα. Η αρχιτεκτονική και η επιγραφή ανέλαβαν να δημιουργήσουν τόπο μνημόνευσης για ανθρώπους χωρίς γνωστό τάφο. Το ζήτημα αυτό συνδέθηκε με όσα είχαν ήδη αναφερθεί για τα λείψανα και τη μεταφορά τους. Ενώ στην προσφυγική εμπειρία η παρουσία των οστών στηρίζει τη συνέχεια της κοινότητας, στα μνημεία των αγνοουμένων η κοινότητα καλείται να οργανώσει τη μνήμη της απουσίας.
Στα πρώην στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, η μνημονική συνθήκη είναι διαφορετική. Οι χώροι αυτοί συνδέονται με οργανωμένες πρακτικές εγκλεισμού, αποανθρωποποίησης και εξόντωσης, αλλά και με διαφορετικές κοινότητες θυμάτων. Οι διαφορετικές ιστορίες δίωξης και εξόντωσης των Εβραίων, των Ρομά, των πολιτικών κρατουμένων, των αιχμαλώτων πολέμου, των κληρικών και άλλων ομάδων θυμάτων δεν μπορούν να ενταχθούν σε μία αδιαφοροποίητη αφήγηση.
Η αναζήτηση ενός οικουμενικού μνημονικού ορίζοντα δεν αφορά, επομένως, την εξίσωση των επιμέρους ιστοριών. Αφορά τη δυνατότητα αναγνώρισης διαφορετικών εμπειριών βίας και απώλειας μέσα σε έναν κοινό χώρο προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η προστασία αυτών των τόπων περιλαμβάνει τη φυσική διατήρηση των καταλοίπων τους, αλλά και τη διασφάλιση της ιστορικής ακρίβειας και της ορατότητας των διαφορετικών ταυτοτήτων και εμπειριών των θυμάτων.
Οι εισηγήσεις της συνεδρίας συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι ο τόπος δεν αποτελεί απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία, αλλά διαμορφώνεται από τις διαδοχικές χρήσεις, τις μνήμες και τις συγκρούσεις που εγγράφονται σε αυτόν. Από τις ιστορικές διαστρωματώσεις ενός προσκυνήματος και τη μεταφορά λειψάνων και μνημών έως την αρχιτεκτονική της διαθρησκειακής συνύπαρξης και τη διαχείριση των τόπων μαζικού θανάτου, αναδείχθηκαν διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι χώροι συνδέονται με την πίστη, την απώλεια, τη βία και τη συλλογική εμπειρία.
Ξεχωριστή θέση στη συνεδρία είχε και η μνήμη του Χρυσόστομου Σταμούλη (1964–2025), ιδρυτικού μέλους και Διευθυντή της Επιστημονικής Επιτροπής του Παρατηρητηρίου. Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στην προσωπικότητα, τη σκέψη και τη συμβολή του στη διαμόρφωση του Παρατηρητηρίου, η ίδρυση του οποίου αποτέλεσε ένα από τα τελευταία έργα στα οποία αφιέρωσε τη δημιουργική του φροντίδα.
Το διεπιστημονικό πρόγραμμα Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού ευχαριστεί τους διοργανωτές για την πρόσκληση συμμετοχής και για τη δυνατότητα ουσιαστικής ανταλλαγής γύρω από θέματα κοινού ενδιαφέροντος, με την ευχή η συνάντηση αυτή να αποτελέσει αφετηρία ευρύτερων συνεργασιών στους τομείς της ιστορικής μνήμης, της προστασίας των ιερών και μνημονικών τόπων και της ανάδειξής τους ως χώρων γνώσης, διαλόγου και συνύπαρξης.
Φωτογραφίες: Διαμαντής Κρυωνίδης / ΠΘΦ

Last modified: 10 Ιουλίου 2026
[mc4wp_form id="5485"]
