Το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι δεν αποτελούν μόνο σημαντικά κεφάλαια της νεότερης ελληνικής μουσικής. Στους στίχους, στις μελωδίες και στις διαδρομές τους αποτυπώνονται εμπειρίες ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων που συχνά άφησαν περιορισμένα ίχνη στις επίσημες ιστορικές αφηγήσεις: η εργασία και η φτώχεια, η προσφυγιά και η μετανάστευση, οι φυλακές και οι εξορίες, η κοινωνική αδικία, αλλά και ο έρωτας, η οικογένεια, η φιλία και η ξενιτιά.

Ως φορείς βιωμάτων και συλλογικών εμπειριών, τα τραγούδια μπορούν να διαβαστούν και ως τεκμήρια κοινωνικής ιστορίας. Μεταφέρουν μνήμες διαφορετικών εποχών, από τη διαμόρφωση των μεγάλων αστικών κέντρων και τη Μικρασιατική Καταστροφή έως την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη μεταπολεμική μετανάστευση. Παράλληλα, διατηρούν τρόπους έκφρασης, γλωσσικούς κώδικες και συναισθήματα που συνδέθηκαν με τον κόσμο της εργασίας και τα λαϊκά στρώματα.

Αυτή τη διάσταση ανέδειξε ο Κυριαζής Παρασχίδης στην εισαγωγική ομιλία του κατά τη Ρεμπέτικη και Λαϊκή Βραδιά που διοργάνωσε ο Σύλλογος Φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης στην αυλή της Καπναποθήκης «Π». Τη μουσική παρουσίασαν οι «Φερ’ Ειπείν», Μιχάλης Ελευθεράκης και Τάσος Καουσλίδης.

Η πραγματοποίηση της εκδήλωσης στην περιοχή των Καπναποθηκών προσέθεσε μια ακόμη διάσταση στη βραδιά. Σε έναν χώρο συνδεδεμένο με την οικονομική και κοινωνική ιστορία της Ξάνθης και με τη μνήμη της εργασίας, τραγούδια που γεννήθηκαν μέσα από τις εμπειρίες των λαϊκών στρωμάτων ακούστηκαν ξανά ως ζωντανές μορφές κοινωνικής έκφρασης.

Το mnemonikon.gr δημοσιεύει την επιμελημένη απόδοση της ομιλίας ως συμβολή στην προσέγγιση του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού όχι μόνο ως μουσικών ειδών, αλλά και ως φορέων κοινωνικής ιστορίας και συλλογικής μνήμης.

Κυριαζής

Ρεμπέτικο: ένας μεγάλος λαϊκός μουσικός θησαυρός

Η σχέση μου με το τραγούδι είναι βιωματική και βασίζεται σε πολλή αγάπη. Μου προτάθηκε να παρουσιάσω το ρεμπέτικο, προσεγγίζοντάς το τόσο θεωρητικά όσο και διανοητικά, και ανταποκρίθηκα με μεγάλη χαρά. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν.

Το ρεμπέτικο είναι ένας τεράστιος λαϊκός μουσικός θησαυρός, ο οποίος το 2017 εγγράφηκε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO. Αποτελεί αστικό λαϊκό τραγούδι που άκμασε κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Έλκει την καταγωγή του από το δημοτικό και το μικρασιάτικο τραγούδι και πρωτοεμφανίζεται στα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, το Αϊβαλί, η Αλεξάνδρεια και η Θεσσαλονίκη, αλλά και της ελεύθερης Ελλάδας, όπως ο Πειραιάς, η Ερμούπολη, ο Βόλος και άλλες πόλεις.

Είναι η εποχή κατά την οποία συντελείται στην περιοχή των Βαλκανίων μια αργόσυρτη διαδικασία μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Στην Ελλάδα η διαδικασία αυτή έχει ήδη συντελεστεί. Έχουμε, έτσι, την ανάπτυξη της ναυτιλίας, του διαμετακομιστικού εμπορίου, της βιοτεχνίας και της μανιφακτούρας, καθώς και την εμφάνιση ορισμένων πρώιμων βιομηχανιών.

Οι μάζες που συρρέουν στα αστικά κέντρα, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, αγωνίζονται αρχικά για την επιβίωσή τους και στη συνέχεια αναζητούν χώρους και τρόπους για να εκφράσουν, μέσα από τη μουσική και το τραγούδι, την περιπέτεια της ζωής τους. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στον βαλκανικό χώρο, αλλά και σε άλλα μέρη της Γης.

Οι χώροι στους οποίους προσέρχονται τα φτωχότερα και αναλφάβητα στρώματα των αστικών πληθυσμών για να εκφράσουν την καλλιτεχνική τους δημιουργία είναι τα εργοστάσια και οι χώροι ψυχαγωγίας των εργατών, οι παραγκουπόλεις και τα παραπήγματα των περισσότερο εξαθλιωμένων στρωμάτων, οι εκκλησίες και οι τόποι λατρείας των θρησκευτικών ή εθνικών μειονοτήτων, τα γκέτο των φυλετικών μειονοτήτων, οι συνοικίες του υποκόσμου, οι φυλακές και οι τεκέδες.

Κοινά στοιχεία αυτών των ομάδων είναι η εξαθλίωση και η καταπίεση μέσα σε μια ταξική, καπιταλιστική κοινωνία, στην οποία οι αντιθέσεις βαθαίνουν και οξύνονται. Οι ομάδες αυτές επιδιώκουν να προβάλλουν και να διαφυλάξουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους και, ταυτόχρονα, να διαμαρτυρηθούν εναντίον των κοινωνικών αδικιών και διακρίσεων. Εκφράζουν τη θλίψη, τον πόνο και την οργή τους, τραγουδούν τον έρωτα, τη χαρά και τη φιλία, ενώ καταγγέλλουν, μέσα από μια λεπτή ειρωνεία, τις αξίες και την ηθική των κρατούντων. Συνενώνουν έτσι τις κραυγές τους σε μια πρωτόλεια μορφή εξέγερσης.

Δημιουργίες αυτών των ομάδων είναι τα μπλουζ των Αφροαμερικανών, τα τραγούδια των φαβέλων του Ρίο και των λαϊκών συνοικιών του Σαντιάγο, τα ασίκικα τραγούδια της νεότερης Τουρκίας, τα τσιγγάνικα τραγούδια, τα γαλλικά προλεταριακά τραγούδια, τα εργατικά τραγούδια του Κεμπέκ στον Καναδά, τα αργεντίνικα τάνγκο, τα ισπανικά φλαμένκο και, φυσικά, το ρεμπέτικο.

Έχει υποστηριχθεί ότι το ρεμπέτικο τραγούδι έλκει αποκλειστικά τις ρίζες του από περιθωριακές ή παράνομες ομάδες, όπου ο μπουζουξής και ο μπαγλαματζής, στον χώρο του τεκέ ή της φυλακής, παίζουν για το δικό τους κέφι και για το κέφι της παρέας που τους περιβάλλει. Η σύνθεση της μουσικής και των στίχων γίνεται συνήθως από τον ίδιο τον οργανοπαίκτη, σπανιότερα από δύο άτομα και ακόμη πιο σπάνια συλλογικά. Συλλογική, όμως, είναι η μνήμη, καθώς στη συνέχεια η παρέα αναλαμβάνει τη διάδοση του τραγουδιού.

Χαρακτηριστικά των στίχων είναι η λιτότητα, ο αυθορμητισμός, η ειλικρίνεια και ο λυρισμός του περιθωρίου. Μέσα από τους στίχους και τη μουσική αυτών των κατατρεγμένων ανθρώπων εκφράζονται ο πόνος και οι δύσκολες συνθήκες της φυλακής. Καταγγέλλονται η αδικία και η κοινωνική απομόνωση, ενώ παράλληλα εξυμνούνται το χασίς και άλλα ναρκωτικά, όπως η ηρωίνη και η πρέζα.

Αυτό έδωσε αφορμή σε πολλούς διανοουμένους, τόσο της αστικής τάξης όσο και της Αριστεράς, να κατηγορήσουν το ρεμπέτικο ως ένα παρακμιακό είδος του περιθωρίου, με ελάχιστη καλλιτεχνική αξία. Η κατηγορία, όμως, ότι το ρεμπέτικο εκφράζει αποκλειστικά περιθωριακές ομάδες, παρανόμους και χασικλήδες, δεν ευσταθεί.

Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα υπάρχουν αναφορές στην εμφάνιση λαϊκών τραγουδιών που ακούγονταν σε διάφορα αστικά κέντρα της Ελλάδας. Χαρακτηριστικές είναι οι συλλογές του Φοριέ, του 1824–1825, και του Αραβαντινού, του 1880. Ο Παπαδιαμάντης, σε διηγήματά του, έγραψε για λαϊκούς μουσικούς και μουσικά όργανα στην Αθήνα και στη Σκιάθο, χωρίς να εκφέρει αρνητικές αξιολογικές κρίσεις ούτε να παρουσιάζει αυτή τη μουσική ως κατώτερο είδος του περιθωρίου.

Ο Καρκαβίτσας, στο περιοδικό Εστία το 1891, καταγράφει τραγούδια με ρεμπέτικο χαρακτήρα, τα οποία άκουσε να τραγουδιούνται στις φυλακές του Παλαμηδίου. Τα μουρμούρικα των φυλακών του Μεντρεσέ, μιας από τις σκληρότερες φυλακές της Αθήνας, αλλά και άλλων φυλακών, λειτουργούσαν ως κώδικας επικοινωνίας, περιγράφοντας τη ζωή στο κελί, την πείνα, την παρανομία, τη μαχαιριά και τον πόνο της μάνας.

Μουσική δημιουργία και έκφραση έχουμε επίσης στις ταβέρνες, όπου δεν τραγουδιούνται μόνο ρεμπέτικα αλλά και κανταδόρικα τραγούδια. Πρόκειται για τη γνωστή αθηναϊκή καντάδα. Σε αυτές τις ταβέρνες σύχναζαν και μεγάλοι δημιουργοί, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μιχάλης Γενίτσαρης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου και άλλοι, οι οποίοι μυούνταν στα μυστικά του μπουζουκιού. Χαρακτηριστικά είναι και τα τραγούδια στα οποία ο Μιχάλης Γενίτσαρης περιγράφει πραγματικά βιώματά του.

Πρέπει, τέλος, να αναφερθούμε και στα καφέ αμάν, στα οποία σύχναζαν λαϊκά στρώματα και άκουγαν όχι μόνο αμανέδες αλλά και άλλα είδη τραγουδιών, όπως το σατιρικό τραγούδι του Δημοσθένη Ζάττα «Ήμουνα μόρτης μια φορά».

Με τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη μαζική εισροή προσφύγων διαμορφώνεται μια εντελώς νέα κατάσταση. Έχουμε τη συνάντηση δύο μεγάλων μουσικών ρευμάτων, του μικρασιάτικου και του πειραιώτικου ρεμπέτικου, καθώς και τη διεύρυνση του ακροατηρίου. Το ρεμπέτικο απευθύνεται πλέον σε ευρύτερες λαϊκές μάζες, τόσο στον κόσμο των προσφύγων όσο και στους ντόπιους πληθυσμούς.

Συνακόλουθα, διευρύνεται και το ρεπερτόριό του, με πολλαπλές αναφορές στην εργασία και στην κοινωνική αδικία. Χαρακτηριστικά τραγούδια αυτής της εποχής είναι ο «Εργάτης τιμημένος» του Παναγιώτη Τούντα, με τον στίχο «Είμαι εργάτης τιμημένος, όπως όλη η εργατιά», ο «Θερμαστής» του Γιώργου Μπάτη, με τον χαρακτηριστικό στίχο «Μηχανικός στη μηχανή», και «Το παιδί του δρόμου» του Βαγγέλη Παπάζογλου.

Πληθώρα τραγουδιών αναφέρεται, ακόμη, σε διάφορα επαγγέλματα, όπως ο ναύτης, ο ψαράς, ο σφουγγαράς, ο χασάπης, ο μανάβης και η μοδιστρούλα, αλλά ακόμη και σε παράνομα επαγγέλματα, όπως συμβαίνει στους «Κοντραμπατζήδες» του Κώστα Ρούκουνα.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έχουμε μια νέα άνθηση του ρεμπέτικου. Γράφονται τραγούδια που εξυμνούν τον ηρωισμό των φαντάρων στο αλβανικό μέτωπο, τραγούδια που περιγράφουν τον ζόφο της Κατοχής και τραγούδια που εξυμνούν την Αντίσταση. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη, το «Χαϊδάρι» του Μάρκου Βαμβακάρη, τον «Σαλταδόρο» του Μιχάλη Γενίτσαρη και το «Να ’ναι γλυκό το βόλι» του Δημήτρη Γκόγκου, γνωστού ως Μπαγιαντέρα.

Στον Εμφύλιο κυριαρχεί το τραγούδι «Κάποια μάνα αναστενάζει», το οποίο τραγουδιέται από τις μάνες και των δύο στρατοπέδων. Οι υποστηρικτές του Εθνικού Στρατού παραλλάσσουν τον τελευταίο στίχο λέγοντας «ο λεβέντης να γυρίσει απ’ το τάγμα του Κρανιά», ενώ οι υποστηρικτές του Δημοκρατικού Στρατού τραγουδούν «ο λεβέντης να γυρίσει απ’ τη μαύρη Ικαριά».

Θα μου επιτρέψετε εδώ να παρεκκλίνω λίγο από το κείμενο, καθώς θα ήθελα να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά, με συγκίνηση, στη Σωτηρία Μπέλλου. Ενώ τραγουδούσε σε ένα κέντρο κατά την περίοδο του Εμφυλίου, μια ομάδα γνωστών Χιτών τής ζήτησε να ερμηνεύσει το τραγούδι «Του αετού ο γιος». Η Σωτηρία Μπέλλου αρνήθηκε με θάρρος. Τους είπε ότι δεν γνώριζε το συγκεκριμένο τραγούδι και άρχισε να τραγουδά το «Κάποια μάνα αναστενάζει», παραλλάσσοντας μάλιστα τον στίχο σε «ο λεβέντης να γυρίσει απ’ τη μαύρη Ικαριά». Για τη στάση της αυτή ξυλοκοπήθηκε άγρια και, δυστυχώς, κανένας από τους μουσικούς δεν τη βοήθησε.

Άλλα εμβληματικά τραγούδια με αναφορές στις φυλακές και στις εξορίες είναι δύο τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα: το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και το «Σ’ ένα βράχο φαγωμένο από κύμα αγριωπό».

Στα μεταπολεμικά χρόνια εμφανίζονται νέοι συνθέτες και νέοι στιχουργοί δίπλα στους παλαιότερους. Παράλληλα, έχουμε το φαινόμενο της μετανάστευσης σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης. Κύριος εκφραστής του πόνου και της ξενιτιάς αναδεικνύεται ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Σύντομα εμφανίζονται τραγούδια που δεν αναφέρονται μόνο στην εργατιά, στην αδικία και στην εκμετάλλευση, αλλά περιλαμβάνουν και προτροπές για οργάνωση και διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών εργασίας και υψηλότερων ημερομισθίων. Έχουμε τις «Φάμπρικες» του Τσιτσάνη και το ταξικό τραγούδι με τον στίχο «Δυο δρόμοι τη χωρίζουνε την κοινωνία τούτη και φέρνουν μαύρη συμφορά, η φτώχεια και τα πλούτη».

Έχουμε ακόμη τον «Εργάτη», σε μουσική του Στέλιου Καζαντζίδη και στίχους του Νίκου Μουρκάκου, με τους χαρακτηριστικούς στίχους: «Ας μην ξεχνάμε όλοι μας, μες στη ζωή ετούτη, με τον ιδρώτα του φτωχού πως βγαίνουνε τα πλούτη». Ακολουθούν η «Καινούργια κοινωνία» του Καζαντζίδη, σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη, και ο «Γυάλινος κόσμος» του Απόστολου Καλδάρα και της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου.

Στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι ξεχωρίζουν η «Άπονη ζωή» και η «Φτωχολογιά» του Σταύρου Ξαρχάκου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, καθώς και η «Δραπετσώνα» και το «Σαββατόβραδο» του Μίκη Θεοδωράκη και του Τάσου Λειβαδίτη. Ξεχωρίζει επίσης το υπέροχο χασάπικο «Πού να χωρέσει τ’ όνειρο», σε μουσική του Χρήστου Λεοντή και στίχους του Μιχάλη Παπανικολάου, με πρώτη ερμηνεία από τον Βαγγέλη Περπινιάδη και τη Ρία Νόρμα, καθώς και η «Φάμπρικα» του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται και τραγούδια του Μάνου Λοΐζου και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, όπως «Η δουλειά κάνει τους άντρες», αλλά και τραγούδια με ανοιχτά εργατικό ή συνδικαλιστικό περιεχόμενο. Μιλούν για τα συνδικάτα, για την οργάνωση και για «το καινούργιο δέντρο» που φύτρωσε στην Αθήνα και έχει κόκκινα τα φύλλα. Μπορεί όλα αυτά κάποτε να μοιάζουν με όνειρο απατηλό, αλλά, όπως λέει και το τραγούδι του Μάνου Λοΐζου, τίποτα δεν πάει χαμένο.

Ποια είναι, όμως, η αξία του λαϊκού τραγουδιού; Είναι, όπως λέει ο Σεφέρης, η καλλιέργεια μιας συλλογικής αισθητικής απόλαυσης. Πρόκειται για κάτι πολύ σημαντικό, επειδή η συναισθηματική κοινοκτημοσύνη αποτελεί μια μεγάλη απελευθέρωση.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπορούμε να δούμε το λαϊκό τραγούδι ως βασικό στοιχείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Μας βοηθά να οικοδομούμε στέρεες ταυτότητες, ώστε να λειτουργούμε καλύτερα και να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικότερα τα προβλήματα, τόσο ατομικά όσο και ως κοινωνικές ομάδες και ως λαός.

Το κείμενο αποτελεί επιμελημένη απόδοση της εισαγωγικής ομιλίας του Κυριαζή Παρασχίδη.

Comments are closed.

Close Search Window
↑