Μετά τη δημοσίευση των φωτογραφιών των προς εκτέλεση κομμουνιστών κρατουμένων του Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, πάρα πολλοί σχολίασαν την αποτύπωση των προσώπων τους. Τα βλέμματα, η στάση του σώματος, το θάρρος και η αλύγιστη αξιοπρέπεια μπροστά στον επικείμενο θάνατο έγιναν αντικείμενο ευρείας δημόσιας συζήτησης.
Σήμερα, 83 χρόνια από τον αποκεφαλισμό τους από το Τρίτο Ράιχ, αναρτούμε τις ανθρωπομετρικές φωτογραφίες των αδελφών Hans Scholl και Sophie Scholl, μέλη της αντιναζιστικής ομάδας του «Λευκού Ρόδου». Οι εικόνες τους, τραβηγμένες μετά τη σύλληψή τους στις 18 Φεβρουαρίου 1943, φέρουν την ίδια σιωπηλή ένταση: πρόσωπα νέων ανθρώπων που επέλεξαν τη ρήξη με το καθεστώς της εποχής τους.

Το «Λευκό Ρόδο» συγκροτήθηκε από φοιτητές και έναν πανεπιστημιακό καθηγητή του Πανεπιστημίου Ludwig Maximilian του Μονάχου. Με πυρήνα τον Alexander Schmorell και τον Hans Scholl, και με τη συμμετοχή της Sophie Scholl, του Christoph Probst, του Kurt Huber και του Willi Graf, η ομάδα επιχείρησε, μέσω προκηρύξεων, να αφυπνίσει τη γερμανική κοινωνία απέναντι στη ναζιστική εξουσία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλο μέρος της νεολαίας είχε ταυτιστεί με το χιτλερικό όραμα, τα νεαρά μέλη του «Λευκού Ρόδου» μίλησαν ανοιχτά για την παραπλάνηση ενός ολόκληρου έθνους, για τον πόλεμο που οδηγούσε στην καταστροφή, τη φρίκη του Εθνικοσοσιαλισμού, αλλά και για τις μαζικές δολοφονίες των Εβραίων στην Πολωνία, τη στιγμή που η σιωπή κυριαρχούσε. Κάλεσαν σε ειρηνική αντίσταση απέναντι σε αυτό που χαρακτήριζαν «δικτατορία του κακού».

Η σύλληψη των αδελφών Scholl από τη Γκεστάπο, κατόπιν καταγγελίας υπαλλήλου του Πανεπιστημίου, οδήγησε μέσα σε λίγες ημέρες στην παραδειγματική καταδίκη και τον αποκεφαλισμό τους, στις 22 Φεβρουαρίου 1943, στη φυλακή Stadelheim του Μονάχου. Μαζί τους αποκεφαλίστηκε και ο συμφοιτητής τους Christoph Probst, πατέρας τριών παιδιών.

Τους επόμενους μήνες ακολούθησαν εκτελέσεις μελών της ομάδας στην ίδια γκιλοτίνα, η οποία ταυτοποιήθηκε το 2014 και βρίσκεται στις αποθήκες του Bayerisches Nationalmuseum της Βαυαρίας.
Οι φωτογραφίες των μελλοθάνατων, είτε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής είτε στο Μόναχο, δεν αποτελούν απλώς ιστορικά τεκμήρια. Είναι υλικό μνήμης που μας ενθαρρύνει να σκεφτούμε τη στάση της κοινωνίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό, τη σιωπή, τη συνενοχή και την επιλογή της αντίστασης.
Την ιστορία του Λευκού Ρόδου παρουσιάζουμε συχνά σε μαθητές σχολείων, στο πλαίσιο του προγράμματος Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού, μέσα από την έκθεση «Χώροι Μνήμης, Τόποι Μαρτυρίου». Το επόμενο διάστημα ολοκληρώνεται η παρουσίασή της στη Θεσσαλονίκη, στο Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και της Νεότερης Ιστορίας της Μακεδονίας.
Για την κατανόηση της ιδεολογικής και πνευματικής φυσιογνωμίας της ομάδας, παραθέτουμε απόσπασμα από το βιβλίο «Μάρτυρες, Μαρτύριο και Προφητική Μαρτυρία κατά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους», του Νίκου Κοσμίδη (εκδ. Ακρίτας, 2023):
Η αντιστασιακή ομάδα του Λευκού Ρόδου στο Μόναχο, αποτελεί, ίσως, τη χαρακτηριστικότερη περίπτωση λαϊκής αντίστασης με χριστιανικές αναφορές αλλά και την εξαίρεση του κανόνα. Όπως διαπίστωσαν κουμουνιστές οι οποίοι επιχειρούσαν να αφυπνίσουν συμπολίτες τους υπέρ της αντίστασης, η νέα γενιά της Γερμανίας είχε αλλοτριωθεί πλήρως από την «πλύση εγκεφάλου» την οποία είχε υποστεί από το χιτλερικό καθεστώς και ήταν έτοιμη να σταθεί δίπλα στον Φύρερ και απέναντι σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ανατροπής του.
Η ίδρυση του Λευκού Ρόδου οφείλεται στην απόφαση δυο φοιτητών ιατρικής του Πανεπιστήμιου Ludwig Maximilian του Μονάχου, να εκδηλώσουν στην πράξη την αντίδρασή τους προς το ναζιστικό καθεστώς. Ο γερμανορωσικής καταγωγής Αλέξανδρος Schmorell (1917-1943), μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και ο ευαγγελικός Hans Scholl (1918-1943), συνέστησαν τον πρώτο πυρήνα. Πολύ γρήγορα προστέθηκαν στην ομάδα άνθρωποι οι οποίοι είχαν διαφορετικές πνευματικές αναφορές αλλά συμφωνούσαν στην ανάγκη τερματισμού του Β’ ΠΠ και ανατροπής του Χίτλερ. Ανάμεσά τους η αδερφή του Hans, Sophie Scholl (1921-1943), ο συμφοιτητής τους Christoph Probst (1919-1943), ο καθηγητής του πανεπιστημίου, Kurt Huber (1893-1943), και πολλοί άλλοι οι οποίοι εντάχθηκαν ενεργά ή στήριξαν το έργο τους υλικά και οικονομικά.
Μέλη της οργάνωσης είχαν βιώσει ως στρατευμένοι στο Ανατολικό Μέτωπο τη φρίκη του πολέμου και είχαν πειστεί πως το δίκαιο δεν βρίσκεται με τη μεριά της Γερμανίας. Εμπνεόμενοι από τις μεταξύ τους συζητήσεις και την ανάγνωση της Αγίας Γραφής, των έργων Χριστιανών συγγραφέων όπως του ιερού Αυγουστίνου και του καρδιναλίου αγ. John Henry Newman (1801-1890), των αντιναζιστικών κηρυγμάτων του καρδιναλίου Graf von Galen και άλλων πνευματικών διανοητών, συνέταξαν και μοίρασαν χιλιάδες αντίτυπα αντιναζιστικών και αντιπολεμικών προκηρύξεων. Πέρα από την ανατροπή του χιτλερισμού, ευαγγελίζονταν μια νέα συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών, η οποία θα ξεκινούσε με την από κοινού νίκη όλων των Ευρωπαίων, συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών, ενάντια στον Ναζισμό.
Το περιεχόμενο των προκηρύξεων ασκούσε δριμεία κριτική στο καθεστώς, λέγοντας πως η παραπλάνηση και η εκμετάλλευση των συμπατριωτών τους από τον Χίτλερ θα οδηγούσε όλο το έθνος στην καταστροφή. Καλούσαν τους Γερμανούς σε μια ειρηνική αντίσταση απέναντι στη χιτλερική εξουσία που αποτελούσε προσποίηση της «δικτατορίας του κακού». Σε αντίθεση με όσους σιωπούσαν για τους διωγμούς των Εβραίων ή αναλώνονταν σε συζητήσεις για τη διαχείριση του «εβραϊκού προβλήματος» (ενώ είχε τεθεί ήδη σε εφαρμογή το σχέδιο της «Τελικής Λύσης»), τα μέλη του Λευκού Ρόδου έγραψαν για τις θανατώσεις των εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων στην Πολωνία, ξεμπροστιάζοντας τη σιωπή ενός έθνους το οποίο επικαλέστηκε και αργότερα ότι δεν γνώριζε.
Η σύλληψη των αδερφών Scholl στις 18 Φεβρουαρίου 1943 οδήγησε μεγάλο μέρος της οργάνωσης στα χέρια του καθεστώτος και πολλά μέλη της στον θάνατο. Πρώτοι, εκτελέστηκαν τα αδέρφια Scholl και ο Christoph Probst στις 22 Φεβρουαρίου. Ακολούθησε η εκτέλεση του Alexander Schmorell και του Kurt Huber στις 13 Ιουλίου και εκείνη του Willi Graf στις 12 Οκτωβρίου. Όσοι οδηγήθηκαν για εκτέλεση στη φυλακή Stadelheim του Μονάχου, αποκεφαλίστηκαν στην ίδια γκιλοτίνα. Οι σωροί τους ετάφησαν στο κοιμητήριο Perlacher Forest, το οποίο βρίσκεται πλησίον της φυλακής. Η χαμένη γκιλοτίνα ταυτοποιήθηκε το 2014 μετά από εντοπισμό της στο υπόγειο του Εθνικού Μουσείο της Βαυαρίας.

Last modified: 24 Φεβρουαρίου 2026
[mc4wp_form id="5485"]
