Επιστημονικός διάλογος για τους μαζικούς τάφους του Επταπυργίου και τις πολιτικές μνήμης γύρω από τους νεκρούς
Κείμενο – φωτογραφίες: Νίκος Κοσμίδης, Υπ. Διδ. Αρχιτεκτονικής (ΔΠΘ)
Η ημερίδα «Ανώνυμοι και επώνυμοι νεκροί: Ένας διάλογος για τις πολιτικές αναγνώρισης και αποσιώπησης», που πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, στις 22 Απριλίου 2026, άνοιξε έναν ουσιαστικό διεπιστημονικό διάλογο γύρω από τη μνήμη των νεκρών, την πολιτική της αναγνώρισης και τους μηχανισμούς της αποσιώπησης.
Αφετηρία της ημερίδας υπήρξε ο εντοπισμός, στα τέλη του 2024, ταφών εκτελεσμένων πολιτικών κρατουμένων στον χώρο του Επταπυργίου, ένα γεγονός που επανέφερε με ένταση στο δημόσιο πεδίο ερωτήματα σχετικά με τη διαχείριση του αποσιωπημένου θανάτου, τη μνήμη και την αναγνώριση. Ποιοι νεκροί καθίστανται ορατοί και ποιοι παραμένουν αόρατοι; Ποιοι εντάσσονται σε συλλογικές τελετουργίες μνήμης και ποιοι αποκλείονται από αυτές; Και με ποιους όρους η πολιτεία, οι θεσμοί και η κοινωνία συγκροτούν την ιεραρχία της μνημόνευσης;
Οι εισηγήσεις της ημερίδας, από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, ανέδειξαν ότι η διάκριση μεταξύ «επωνύμων» και «ανωνύμων» νεκρών δεν αφορά απλώς την ύπαρξη ή μη ταυτότητας, αλλά συνδέεται με βαθύτερες πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαδικασίες. Η μνήμη δεν εμφανίζεται ως ουδέτερο πεδίο, αλλά ως χώρος διαρκούς διαπραγμάτευσης, όπου η αναγνώριση, η σιωπή και η λήθη αποτελούν μορφές άσκησης εξουσίας.
Στο πλαίσιο αυτό, το Επταπύργιο αναδείχθηκε όχι μόνο ως τόπος εύρεσης υλικών καταλοίπων, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης διαφορετικών τρόπων κατανόησης του παρελθόντος: ως αρχαιολογικό ζήτημα, ως ιστορικό τραύμα, ως αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης και ως ζήτημα δημόσιας μνήμης. Οι μαζικοί τάφοι στο Επταπύργιο και τα ερωτήματα γύρω από τη διαχείρισή τους συμπυκνώνουν έναν ευρύτερο προβληματισμό για τη σχέση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας με τους «ανεπιθύμητους» ή αποσιωπημένους νεκρούς της ιστορίας της.

Τον γενικό προβληματισμό άνοιξε ο Πολύμερης Βόγλης, καθηγητής κοινωνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, εντάσσοντας το ζήτημα των μαζικών τάφων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ιστορικών τραυμάτων και δημόσιας διαχείρισης της μνήμης. Με αναφορά και σε εμπειρίες άλλων χωρών, υπογράμμισε ότι οι μαζικοί τάφοι δεν αποτελούν μόνο υλικά κατάλοιπα βίαιων γεγονότων, αλλά και σημεία σύγκρουσης γύρω από την αναγνώριση, τη δικαιοσύνη και τη θέση των νεκρών στο παρόν.
Σημείωσε πως τα νεκρά σώματα συχνά αποκτούν μια «δεύτερη ζωή». Η μεταθανάτια αυτή αναγνώριση δεν εξαρτάται μόνο από το ποιοι υπήρξαν οι νεκροί, αλλά και από το πώς αντιμετωπίζονται μετά τον θάνατό τους: αν αναζητούνται, αν ταυτοποιούνται, αν θάβονται, αν μνημονεύονται ή αν παραμένουν εκτός δημόσιας αναγνώρισης. Με αυτή την έννοια, το νεκρό σώμα δεν παύει να αποτελεί μέρος της ιστορίας. Συνεχίζει να εμπλέκεται στις πολιτικές της μνήμης και στις ιεραρχίες που αυτές παράγουν.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η διάκριση που έκανε ανάμεσα στον «εκδημοκρατισμό της μνήμης» και στον «εξισωτισμό των νεκρών». Η ελληνική κοινωνία, ιδίως μετά τη Μεταπολίτευση, γνώρισε μορφές διεύρυνσης της δημόσιας μνήμης και αναγνώρισης αποσιωπημένων εμπειριών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νεκροί απέκτησαν ισότιμη θέση στο δημόσιο πεδίο. Η μνήμη μπορεί να εκδημοκρατίζεται χωρίς να αίρει πλήρως τις ιεραρχίες, τις αποκλείσεις και τις σιωπές που καθορίζουν ποιοι νεκροί αναγνωρίζονται ως άξιοι συλλογικής μνημόνευσης.
Ως προς την ελληνική εμπειρία του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου, ο Βόγλης ανέφερε πως η θέση των νεκρών σωμάτων δεν είναι ποτέ αυτονόητη όταν αυτά ανήκουν σε πολιτικά στιγματισμένους ανθρώπους. Η διατύπωση ότι οι Αριστεροί «ούτε νεκροί δεν είχαν θέση» στην Ελλάδα των εθνικοφρόνων συμπύκνωσε ακριβώς αυτή την ιστορική συνθήκη: την απουσία όχι μόνο πολιτικής αναγνώρισης, αλλά και ταφικής, μνημονικής και συμβολικής αποκατάστασης. Ως εκ τούτου, η σιωπή γύρω από τους νεκρούς δεν είναι απλή παράλειψη, αλλά μπορεί να αποτελεί συνέχιση της αδικίας με άλλα μέσα. Αντίστροφα, το «σπάσιμο της σιωπής» γύρω από το παρελθόν μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή δικαιοσύνης, όχι μόνο για τους ίδιους τους νεκρούς, αλλά και για τις κοινότητες που εξακολουθούν να ζουν με τις συνέπειες της αποσιώπησής τους.
Η Α΄ Συνεδρία εξειδίκευσε τον αρχικό προβληματισμό μέσα από ιστορικά παραδείγματα που εκτείνονταν από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Κοινός άξονας των εισηγήσεων ήταν ο τρόπος με τον οποίο η ταφή, η καταγραφή, η απόδοση ονόματος και η μνημονική αναγνώριση μετατρέπονται σε πολιτικές πράξεις.
Ο Νίκος Μαραντζίδης, ιστορικός, παρουσίασε τους ενταφιασμούς στρατιωτών της περιόδου των Βαλκανικών Πολέμων στο Κοιμητήριο της Ευαγγελίστριας στη Θεσσαλονίκη. Μέσα από την εξέταση των σχετικών καταγραφών στο βιβλίο νεκρών, ανέδειξε τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η απουσία ταυτότητας: «ανώνυμος», «άγνωστος» ή «άγνωστος στρατιώτης». Οι πρώτες ταφές, από τις 3 Νοεμβρίου 1912, συνδέονταν κυρίως με τα στρατιωτικά νοσοκομεία της πόλης και συνεχίστηκαν έως τον Ιούνιο του 1913.
Η εισήγησή του άνοιξε και το ζήτημα της μνημειακής διαχείρισης του άγνωστου νεκρού. Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη συνδέθηκε με την έννοια της φιλοπατρίας και με έναν άγραφο κώδικα σεβασμού προς τους νεκρούς, ο οποίος παραπέμπει και σε αρχαιότερες αντιλήψεις για την ταφή και την τιμή του πεσόντος. Σε αντίθεση με τα αντίστοιχα μνημεία του Λονδίνου και του Παρισιού, το μνημείο της Αθήνας είναι κενό, χωρίς τάφο, παραπέμποντας στην παράδοση της άδειας κλίνης. Στην ανάγνωση που πρότεινε, η χωροθέτησή του μπροστά στη Βουλή δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέει τη μνήμη του άγνωστου στρατιώτη με την πολιτειακή τάξη, την έννοια της καθολικής στράτευσης και την υποχρέωση υπεράσπισης της πατρίδας.

Η Μαρία Καβάλα, επίκουρη καθηγήτρια σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εστίασε στις εκτελέσεις Εβραίων στη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο της Κατοχής, αναδεικνύοντας τις «σιωπές μέσα στις σιωπές». Όπως κατέδειξε, πριν ακόμη από τον εκτοπισμό της εβραϊκής κοινότητας στο Άουσβιτς, Εβραίοι της Θεσσαλονίκης εκτελούνταν με κατηγορίες που αποσιωπούσαν την πραγματική φυλετική διάσταση της δίωξης: ως αντιστασιακοί, κομμουνιστές, μαυραγορίτες ή εχθροί. Με τις ίδιες κατηγορίες εκτελέστηκαν και άλλοι Θεσσαλονικείς, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σύνθετη την ανάγνωση των εκτελέσεων και των μηχανισμών απόκρυψης της εβραϊκής ταυτότητας των θυμάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην επίσημη πολιτική αντιποίνων, αλλά και στη ναζιστική σύνδεση του «μπολσεβίκου» με τον «Εβραίο». Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την εισηγήτρια, οι Εβραίοι που είχαν διαφύγει τον εκτοπισμό στο Άουσβιτς μετατράπηκαν σε δεξαμενή θυμάτων για εκτελέσεις προς παραδειγματισμό, ενώ τα Τάγματα Ασφαλείας ανέλαβαν ενεργό ρόλο στον εντοπισμό τους. Η εισήγηση αναφέρθηκε, επίσης, στη στενή σχέση δοσιλογισμού και αντισημιτισμού, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο η ναζιστική και κατοχική βία «κανονικοποιήθηκε» ως μέρος μιας νεωτερικής, γραφειοκρατικής καθημερινότητας. Κεντρικό σημείο της ήταν ότι οι Εβραίοι εκτελεσμένοι δολοφονήθηκαν για την εβραϊκότητά τους, ακόμη και όταν αυτή δεν δηλωνόταν ρητά ως αιτία της εκτέλεσης και συγκαλυπτόταν πίσω από άλλες κατηγορίες.

Η Ζέτα Παπανδρέου, διδάκτωρ Ιστορίας, εστίασε στους μαζικούς τάφους του Επταπυργίου, προσεγγίζοντας τον χώρο ως πεδίο πάλης ανάμεσα στη μνήμη και την αμνησία. Όπως σημείωσε, η ερμηνεία τέτοιων τόπων δεν συνδέεται μόνο με αυτό που είναι ορατό, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε γι’ αυτούς. Η υλικότητα των οστών αντιπαρατέθηκε έτσι στην απουσία των νεκρών αυτών από το εθνικό συλλογικό αφήγημα.
Στο πλαίσιο της εισήγησης, οι μαζικοί τάφοι του Επταπυργίου συνδέθηκαν με τις θανατοπολιτικές διαχείρισης των «ανεπιθύμητων» σωμάτων. Χαρακτηριστική ήταν η διάκριση που διατυπώθηκε ανάμεσα στον Εβραίο, ο οποίος στο ναζιστικό καθεστώς εκμηχάνισης του θανάτου αντιμετωπίστηκε ως ξένο σώμα προς εξόντωση, και στον κομμουνιστή, ο οποίος στην επίσημη θανατοπολιτική του Εμφυλίου αντιμετωπίστηκε ως «νεοπλασία» που έπρεπε να αφαιρεθεί.
Η αναφορά στη διαδικασία ταυτοποίησης των οστών ανέδειξε τη σημασία της επιστημονικής διερεύνησης, αλλά και τα όριά της όταν αποσυνδέεται από τους πολιτικούς όρους που παρήγαγαν τη βία. Στην εισήγηση τέθηκαν ζητήματα επανορθωτικής δικαιοσύνης και διεθνών πρακτικών διαχείρισης τόπων μαζικών εγκλημάτων, με αναφορές στις επιτροπές αλήθειας, όπως στη Νότια Αφρική, και σε μη κυβερνητικές εγκληματολογικές ομάδες που εργάζονται για την ταυτοποίηση θυμάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η επισήμανσή της ότι, ενώ τη δεκαετία του 1980 η εγκληματολογική αρχαιολογία συνδεόταν περισσότερο με την ηθική δικαίωση των θυμάτων και των οικογενειών τους, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 η γενετική ταυτοποίηση τείνει να αποπολιτικοποιείται και να εντάσσεται σε λογικές κρατικής ασφάλειας. Έτσι, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο να αποδοθεί ένα όνομα στους νεκρούς, αλλά να μην αποκοπεί η ταυτοποίησή τους από την ιστορία της βίας και τους πολιτικούς όρους που τους οδήγησαν στον θάνατο.
Η Β΄ Συνεδρία μετέφερε τον προβληματισμό από τα ιστορικά παραδείγματα του 20ου αιώνα σε σύγχρονες μορφές διαχείρισης του βίαιου θανάτου, του δημόσιου πένθους και της θεσμικής του αναγνώρισης.
Ο Χρήστος Μπαλικτσιόγλου, κοινωνιολόγος, έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα των πολιτισμικών πλαισίων μέσα από τα οποία μια κοινωνία αναγνωρίζει ή δεν αναγνωρίζει τα σώματα που έχουν υποστεί βία. Η εισήγησή του κινήθηκε γύρω από το ερώτημα πότε μια ζωή θεωρείται άξια πένθους και πότε η απώλειά της δεν ενεργοποιεί την ίδια δημόσια οδύνη, μνήμη και πολιτική ευθύνη.
Με αναφορά στη σκέψη της Judith Butler, υπογράμμισε ότι η στάση απέναντι στους νεκρούς της βίας δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Το πένθος μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή επανοικειοποίησης των νεκρών και της μνήμης τους, ιδίως όταν αυτοί έχουν προηγουμένως αποκλειστεί από τα κυρίαρχα σχήματα αναγνώρισης. Με αυτή την έννοια, η μνήμη αντιστέκεται σε μια συνθήκη όπου ορισμένες ζωές μπορεί να καταμετρώνται ως απώλειες, χωρίς όμως να «μετρούν» πραγματικά ως ζωές που αξίζουν δημόσια οδύνη, μνημόνευση και πολιτική ευθύνη.
Ο Γιώργος Αγγελόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής κοινωνικής και πολιτικής ανθρωπολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ξεκίνησε από τη θέση ότι η επιστημονική στάση απέναντι σε τέτοια ζητήματα δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, υιοθετώντας τη μεθοδολογία της δεσμευμένης ανθρωπολογίας. Η εισήγησή του εστίασε στο Πανεπιστήμιο όχι μόνο ως χώρο προαγωγής της ιστορικής γνώσης αλλά και ως τόπο με δική του ιστορία και μνήμη, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η διοίκηση του ΑΠΘ αντιμετώπισε την πρόταση για τη δημιουργία μόνιμου μνημείου για τους φοιτητές που έχασαν τη ζωή τους στα Τέμπη. Ένα γεγονός που ενεγράφη σε μεγάλο μέρος της συλλογικής μνήμης όχι μόνο ως σιδηροδρομικό δυστύχημα, αλλά και ως έγκλημα, το οποίο και ενεργοποίησε μαζικό κοινωνικό πένθος και λαϊκή απαίτηση για απόδοση δικαιοσύνης.
Όπως αναφέρθηκε, ο γλύπτης Κώστας Βαρώτσος είχε δεχθεί να αναλάβει αφιλοκερδώς τον σχεδιασμό του μνημείου, ενώ είχε υπάρξει και σχετική πρόβλεψη χρηματοδότησης από την Επιτροπή Ερευνών του ΑΠΘ. Ωστόσο, η διαδικασία για την υλοποίηση και εγκατάστασή του μετατέθηκε από τις πρυτανικές αρχές σε μεταγενέστερο χρόνο, με επίκληση της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης γύρω από τα Τέμπη. Στην ανάγνωση του εισηγητή, η επιλογή αυτή δεν συνιστά ουδέτερη διοικητική αναβολή, αλλά μορφή «στρατηγικής καθυστέρησης της μνήμης».
Η κριτική του δεν αφορούσε μόνο την ίδια την αναβολή, αλλά και το σκεπτικό που τη συνόδευσε. Η μνήμη των νεκρών φοιτητών δεν εμφανίζεται σε κοινωνικό κενό, αλλά μέσα σε ένα ευρύτερο πεδίο πένθους, δημόσιας διεκδίκησης και μαζικών κινητοποιήσεων, οι οποίες έδωσαν στο τραύμα των Τεμπών έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά. Από αυτή την άποψη, η επίκληση της «πολιτικής αντιπαράθεσης» δεν αναιρεί την ανάγκη μνημόνευσης, αλλά αναδεικνύει ακριβώς το επίδικο: ότι η δημόσια μνήμη των νεκρών δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες συγκροτείται.
Το ερώτημα που ανέκυψε από την εισήγηση ήταν τι σημαίνει, μπροστά σε ένα πάνδημο τραύμα, να αναστέλλεται η δημόσια μνημόνευση στο όνομα της αποφυγής της πολιτικοποίησης. Και, ακόμη περισσότερο, τι σημαίνει για έναν πανεπιστημιακό χώρο να αναβάλλει τη μνήμη των δικών του νεκρών, όταν αυτή έχει ήδη ενεργοποιήσει ένα ευρύτερο αίτημα λογοδοσίας, δικαιοσύνης και δημόσιας αναγνώρισης.

Ο Παντελής Προμπονάς, κοινωνικός ανθρωπολόγος και υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, έστρεψε τη συζήτηση στους νεκρούς πρόσφυγες και μετανάστες στο Αιγαίο. Η εισήγησή του ανέδειξε ότι η σύγχρονη εξουσία δεν ασκείται μόνο μέσα από την απαγόρευση ή την καταστολή, αλλά και μέσα από την καταμέτρηση, την επιτήρηση, την ταξινόμηση και τη διαχείριση του θανάτου. Στο πλαίσιο της εισήγησής του, τα νεκρά σώματα των προσφύγων και των μεταναστών παρουσιάστηκαν ως υλικά τεκμήρια μιας νεκροπολιτικής, την οποία ο ίδιος συνέδεσε με την πολιτική περιφρούρησης των συνόρων.
Κεντρική στην ανάλυσή του ήταν η αντίφαση ότι οι άνθρωποι που αντιμετωπίζονται ως ανεπιθύμητοι εν ζωή αποκτούν, μετά τον θάνατό τους, μια ιδιότυπη θεσμική αναγνώριση και πολιτειότητα. Το νεκρό σώμα πρέπει να περισυλλεγεί, να καταγραφεί, να αποθηκευτεί, να ταφεί και, όπου είναι δυνατόν, να ταυτοποιηθεί. Αυτή η διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει ως τεκμήριο κρατικής λογοδοσίας, αλλά και ως μηχανισμός συγκάλυψης ή ελέγχου της κρίσης που η ίδια η συνοριακή πολιτική παράγει.
Έτσι, το ερώτημα που τέθηκε ήταν αν η ταυτοποίηση, η καταγραφή και ακόμη και το δημόσιο πένθος αρκούν για να αποδώσουν δικαιοσύνη, όταν αποσυνδέονται από τις πολιτικές συνθήκες που παράγουν τους θανάτους. Με άλλα λόγια, τι είδους πολιτική κοινότητα είναι εκείνη που πρώτα εφαρμόζει πολιτικές έκθεσης στον θάνατο και στη συνέχεια αναλαμβάνει να διαχειριστεί, να ταξινομήσει και να τεκμηριώσει τα σώματα των νεκρών;


Η Όλγα Σακαλή, αρχαιολόγος και μουσειολόγος, επανέφερε τη συζήτηση στο Επταπύργιο, εστιάζοντας στη σημασία της υλικότητας των σκελετικών καταλοίπων και στη στάση των θεσμών απέναντί τους. Όπως ανέφερε, η ύπαρξη μαζικών τάφων στην περιοχή δεν ήταν απολύτως άγνωστη. Ωστόσο, η ανάδυση των οστών προσέδωσε υλική υπόσταση σε μια ιστορία που παρέμενε σε μεγάλο βαθμό αποσιωπημένη.
Η εισήγησή της στάθηκε κριτικά στη δημόσια θέση της Υπουργού Πολιτισμού ότι οι ομαδικοί τάφοι που εντοπίστηκαν στο Γεντί Κουλέ δεν αποτελούν «αρχαιολογικό εύρημα», επειδή δεν εντοπίστηκαν στρώματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Απέναντι σε αυτή τη θέση, η Σακαλή υπογράμμισε ότι το ερώτημα δεν είναι αν τα κατάλοιπα των νεότερων χρόνων έχουν υλικό και ιστορικό ενδιαφέρον, καθότι ως ερώτημα είναι ρητορικό, αλλά γιατί συχνά η αρχαιολογική και θεσμική ματιά εξακολουθεί να ιεραρχεί το παρελθόν με όρους που ευνοούν ορισμένες περιόδους και αποσιωπούν άλλες.
Η περίπτωση του Επταπυργίου, όπως υπογράμμισε, φέρνει στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η αρχαιολογία συνδέθηκε ιστορικά με τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του ελληνικού κράτους και με συγκεκριμένες επιλογές ως προς το ποιο παρελθόν αναδεικνύεται και ποιο υποβαθμίζεται. Τα ανθρώπινα κατάλοιπα, όμως, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλά υλικά ευρήματα. Αφορούν πρόσωπα, βίαιους θανάτους, οικογένειες, κοινότητες και ανοιχτές πολιτικές εκκρεμότητες. Για τον λόγο αυτό, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων ζητά την οριοθέτηση του χώρου των μαζικών τάφων ως ιστορικού τόπου και τη συνέχιση της έρευνας για τον εντοπισμό των «ανεπιθύμητων νεκρών της ιστορίας».
Στο στρογγυλό τραπέζι, τα ερωτήματα της ημερίδας τέθηκαν σε ευρύτερο θεωρητικό και πολιτικό ορίζοντα: τι σημαίνει ανωνυμία του νεκρού, ποιος αναλαμβάνει το πένθος, ποια κοινότητα διεκδικεί τη μνήμη και με ποιους θεσμικούς μηχανισμούς ορισμένοι νεκροί αναγνωρίζονται, ενώ άλλοι παραμένουν εκτός δημόσιας ορατότητας.
Η Αγγελική Γαβριέλλα Σαμψωνίδου, κοινωνιολόγος, προσέγγισε το ζήτημα μέσα από τη μνημονική συζήτηση για τα τραύματα του παρελθόντος, με αναφορά και στο έργο του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Στην περίπτωση της Ισπανίας, το λεγόμενο «σύμφωνο της λήθης», που ακολούθησε τη δικτατορία του Φράνκο, παρουσιάστηκε ως θεσμική επιλογή αποσιώπησης του παρελθόντος στο όνομα της ομαλής δημοκρατικής μετάβασης. Η θεσμική λήθη, ωστόσο, δεν εξαφάνισε το τραύμα. Αντίθετα, το μετέφερε από το δημόσιο πεδίο στο ιδιωτικό και οικογενειακό πλαίσιο της σιωπής, του φόβου και της εκκρεμότητας.
Μέσα από αυτή την οπτική, η ύπαρξη αγνοουμένων και ομαδικών τάφων καθιστά το παρελθόν διαρκώς παρόν. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν αν η λήθη μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως προϋπόθεση δημοκρατικής ομαλότητας ή αν αποτελεί απλώς αναβολή της σύγκρουσης. Είτε στην Ισπανία είτε στο Επταπύργιο, το διακύβευμα παραμένει κοινό: ποιοι νεκροί δικαιούνται μνημόνευση και ποιοι καταδικάζονται στη σιωπή.
Η παρέμβασή της ανέδειξε επίσης τη μαζική και ανώνυμη ταφή ως πρακτική που δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως τεχνική ανάγκη. Μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη αποανθρωποποίησης, όταν στερεί από τους νεκρούς την ένταξη σε τελετουργίες πένθους και από τις κοινότητες τη δυνατότητα αναγνώρισης. Αντίθετα, η εκταφή και η ταυτοποίηση μπορούν να λειτουργήσουν ως διαδικασίες συμβολικής επανένταξης των νεκρών στην ιστορία και στο κοινωνικό σώμα.

Ο Στράτος Δορδανάς, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έθεσε εξαρχής το ερώτημα τι εννοούμε όταν μιλάμε για «επώνυμους» και «ανώνυμους» νεκρούς. Όπως σημείωσε, εφόσον όλοι οι άνθρωποι έχουν όνομα, η διάκριση αυτή δεν είναι κυριολεκτική, αλλά αξιολογική: δηλώνει ποιοι νεκροί καθίστανται κοινωνικά και πολιτικά αναγνωρίσιμοι και ποιοι παραμένουν εκτός δημόσιας μνήμης. Από αυτή την άποψη, έθεσε και το ερώτημα αν ο θάνατος, όπως και η ζωή, φέρει μια μορφή ταξικότητας.
Στη συνέχεια συνέδεσε το ζήτημα με τη ναζιστική ιεράρχηση των σωμάτων και της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Στον εθνικοσοσιαλισμό, η αξιολόγηση του ποια σώματα θεωρούνταν άξια ή ανάξια ζωής συνδεόταν και με τον τρόπο θανάτωσής τους. Η διάκριση, επομένως, ανάμεσα στους νεκρούς δεν αφορά μόνο τη μνήμη μετά τον θάνατο, αλλά και τα καθεστώτα εξουσίας που προηγουμένως αποφασίζουν ποιες ζωές είναι αναλώσιμες.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διαφορά ανάμεσα στις διεθνείς πρακτικές διαχείρισης μαζικών τάφων και στην ελληνική πραγματικότητα. Ενώ σε άλλες περιπτώσεις συγκροτούνται επιτροπές και μηχανισμοί τεκμηρίωσης, μνήμης και δημόσιας λογοδοσίας, στην Ελλάδα η διαχείριση τέτοιων ζητημάτων παραμένει συχνά αποσπασματική, ατέρμονη και θεσμικά ασυντόνιστη. Κατά τον ίδιο, η πολιτική ηγεσία δεν συνομιλεί επαρκώς με τις επιστημονικές κοινότητες, με αποτέλεσμα σημαντικές αποφάσεις για το παρελθόν και τη δημόσια μνήμη να λαμβάνονται χωρίς ουσιαστική επιστημονική διαβούλευση.
Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε παραδείγματα όπως ο ορεινός όγκος του Δήμου Ωραιοκάστρου, η υπόθεση των φωτογραφιών της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής και το κτήριο Α3 στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά, όπου κρατήθηκαν Σέρβοι αιχμάλωτοι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέσα από τα παραδείγματα αυτά παρουσιάστηκε η αποσπασματικότητα με την οποία κρατικοί και θεσμικοί φορείς στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν τόπους και τεκμήρια της βίαιης ιστορίας. Το ερώτημα που ανέκυψε ήταν σαφές: σε ποιον ανήκουν τελικά οι νεκροί του Επταπυργίου και οι νεκροί της Καισαριανής;
Η Ελένη Σιδέρη, επίκουρη καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών & Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, επανήλθε στο ζήτημα των νεκρών που καταμετρώνται, αλλά δεν μετρούν στη συλλογική μνήμη και στην πολιτική αναγνώριση. Η διάκριση ανάμεσα σε επώνυμους και ανώνυμους νεκρούς, όπως ανέφερε, δεν αφορά απλώς την ύπαρξη ταυτότητας, αλλά το ίδιο το καθεστώς μέσα στο οποίο μια ζωή αναγνωρίζεται ως ζωή. Ορισμένοι νεκροί ενεργοποιούν δημόσιο πένθος, τελετουργίες και μνημόνευση, ενώ άλλοι μετατρέπονται σε αριθμούς ή σε προβλήματα διαχείρισης.
Η παρέμβασή της ανέδειξε τη σημασία της κοινότητας ως φορέα μνημόνευσης. Μέσα από την ελληνική λαογραφική και τελετουργική παράδοση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το μοιρολόι, η φωνή που δίνεται στον νεκρό δεν αποτελεί απλώς έκφραση θλίψης, αλλά πράξη αναγνώρισης και συμπερίληψης στην κοινότητα. Αντίστοιχα, ο άταφος και αμνημόνευτος νεκρός συνιστά διατάραξη της τάξης του κόσμου.
Το ερώτημα που έθεσε αφορά το ποια είναι σήμερα η κοινότητα που αναλαμβάνει τη μνήμη, ιδίως σε μια εποχή όπου οι παραδοσιακοί δεσμοί κοινότητας έχουν διαρραγεί ή μετατοπιστεί και στον ψηφιακό χώρο. Οι ανώνυμοι νεκροί, με αυτή την έννοια, δεν είναι ανώνυμοι απλώς επειδή δεν γνωρίζουμε τα ονόματά τους, αλλά επειδή δεν υπάρχει ή δεν εμφανίζεται κοινότητα που να αναλάβει το πένθος τους.
Η αναφορά της στο υμνογραφικό χωρίο «δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον» (στιχηρό ιδιόμελο των Αίνων του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου)ανέδειξε ακριβώς αυτή τη διάσταση. Όπως σημείωσε, η φράση αυτή δεν διαβάζεται μόνο θεολογικά, αλλά και πολιτικά: ως αίτημα να ταφεί και να συμπεριληφθεί ο ξένος, εκείνος που δεν ανήκει κάπου, στην κοινότητα των νεκρών ανθρώπων. Έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι νεκροί μένουν ανώνυμοι, αλλά ποιοι νεκροί δεν διεκδικούνται από κανέναν.

Ο Γιάννης Καρλιάμπας, αρχαιολόγος-μουσειολόγος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, τοποθετήθηκε, τέλος, στην υπόθεση του Επταπυργίου και στη θεσμική άρνηση να αναγνωριστούν ως αρχαιολογικά ευρήματα τα υλικά κατάλοιπα που φέρουν ιστορική σημασία και ανήκουν στο πεδίο της αρχαιολογικής διερεύνησης. Όπως σημείωσε, η άρνηση αυτή αποτέλεσε κατ’ ουσία άρνηση αναγνώρισης σε πολλαπλά επίπεδα: επιστημονικό, θεσμικό, πολιτικό και μνημονικό.
Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, η άρνηση αυτή φανερώνει την αξιολογική προσέγγιση με την οποία συχνά η αρχαιολογία και οι θεσμοί προσεγγίζουν διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Ορισμένα κατάλοιπα αναβαθμίζονται ως άξια προστασίας και προβολής, ενώ άλλα υποβαθμίζονται, ιδίως όταν συνδέονται με δύσκολες ή πολιτικά φορτισμένες μνήμες. Η σχέση με το παρελθόν, όμως, δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Είναι πάντοτε σχέση του παρόντος με όσα επιλέγει να αναγνωρίσει, να ερμηνεύσει ή να αποσιωπήσει.
Η περίπτωση του Επταπυργίου, όπως υπογράμμισε, δείχνει ότι τέτοια ευρήματα δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά μέσα από μια στενή αρχαιολογική ή ιστορική σκοπιά. Απαιτούν διεπιστημονική προσέγγιση, ακριβώς επειδή αφορούν ταυτόχρονα υλικά κατάλοιπα, ανθρώπινες ζωές, πολιτική βία, συλλογική μνήμη και τη σχέση της σύγχρονης κοινότητας με το τραυματικό παρελθόν της.

Στο πλαίσιο της συζήτησης που ακολούθησε, ιδιαίτερη σημασία είχε και η παρέμβαση της Σταυρούλας Τζεβρένη, αρχαιολόγου στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, η οποία κλήθηκε να συμμετάσχει στο ανασκαφικό έργο στους μαζικούς τάφους του Επταπυργίου. Όπως ανέφερε, έχει ήδη προχωρήσει η συγκρότηση φακέλου για την αναγνώριση του χώρου ως ιστορικού τόπου. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η δημόσια συζήτηση που άνοιξε γύρω από το Επταπύργιο συνδέεται άμεσα με διαδικασίες θεσμικής αναγνώρισης και επανατοποθέτησης του χώρου στη μνημονική γεωγραφία της πόλης.
Εν κατακλείδι, η ημερίδα ανέδειξε ένα ερώτημα που διαπερνά διαφορετικές ιστορικές περιόδους και διαφορετικά πεδία βίας: με ποιους όρους ένας νεκρός αναγνωρίζεται ως μέρος της κοινής μνήμης και με ποιους όρους παραμένει εκτός της;
Συνολικά, η διάκριση μεταξύ «επωνύμων» και «ανωνύμων» νεκρών δεν αφορά απλώς την ύπαρξη ή την απουσία ονόματος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αποφασίζει ποιοι νεκροί εντάσσονται στο συλλογικό της αφήγημα, ποιοι παραμένουν στο περιθώριο και ποιοι αντιμετωπίζονται ως δύσκολη, ανεπιθύμητη ή διαχειριστική εκκρεμότητα. Η ταφή, η ονομασία, η καταγραφή, η τελετουργία, η μνημειακή απόδοση και η δημόσια μνήμη δεν είναι ουδέτερες διαδικασίες. Συνδέονται με επιλογές, ιεραρχήσεις και αποκλεισμούς γύρω από το ποιοι νεκροί αναγνωρίζονται ως άξιοι μνήμης και ποιοι περιορίζονται σε αριθμούς, φακέλους ή προβλήματα διαχείρισης.
Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα και του προγράμματος Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού, το οποίο έχει θέσει στο επίκεντρο του έργου του τη σχέση ανάμεσα στην ιστορική μνήμη, τον χώρο, τα υλικά ίχνη, τις κοινότητες και τις δημόσιες μορφές μνημόνευσης. Η μνήμη δεν συγκροτείται μόνο μέσα από την ιστορική τεκμηρίωση, αλλά και μέσα από τον τόπο, το σώμα, το ίχνος, την τελετουργία, την αφήγηση και τη δημόσια ευθύνη.
Για τον λόγο αυτό, η ανάδειξη και η έρευνα τόπων όπως το Επταπύργιο δεν αποτελούν μόνο επιστημονική ή θεσμική υποχρέωση. Αποτελούν πράξη αναγνώρισης απέναντι σε ανθρώπους που στερήθηκαν όχι μόνο τη ζωή, αλλά και τη θέση τους στη δημόσια μνήμη. Η επαναφορά τους στο ορατό πεδίο δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το είδος της κοινότητας που θέλουμε να συγκροτούμε σήμερα: μιας κοινότητας που δεν θυμάται επιλεκτικά, που δεν αφήνει τους δύσκολους νεκρούς της στην αφάνεια και που αναλαμβάνει την ευθύνη να μετατρέψει τη σιωπή σε ιστορική, κοινωνική και ηθική αναγνώριση.
Την ημερίδα διοργάνωσαν στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, η Ελληνική Ένωση Ιστορικών, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, ο Σύλλογος Ελλήνων/ίδων Κοινωνιολόγων – Παράρτημα Θεσσαλονίκης και ο Σύλλογος Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Ελλάδος.
Last modified: 28 Απριλίου 2026
[mc4wp_form id="5485"]
