Άρθρο του Νίκου Κοσμίδη
Η 21η Απριλίου 1967 δεν ανήκει μόνο στην εσωτερική πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Ανήκει και σε μια ευρύτερη γεωγραφία εξορίας, μαρτυρίας και διεθνούς αλληλεγγύης, η οποία διαμορφώθηκε γύρω από την ελληνική υπόθεση στα χρόνια της Δικτατορίας. Ανάμεσα στους τόπους αυτής της γεωγραφίας, η Γενεύη κατέχει ξεχωριστή θέση. Δεν υπήρξε απλώς μια πόλη διεθνών οργανισμών και διπλωματικών ισορροπιών, αλλά και ένας χώρος όπου εκκλησιαστικά δίκτυα, φοιτητικές διαδρομές, πολιτικοί εξόριστοι και πρωτοβουλίες συμπαράστασης συναντήθηκαν με τρόπο ιστορικά ουσιαστικό.
Στη διεθνή περιοχή της πόλης, στο Grand-Saconnex, βρίσκεται το Διεθνές Κέντρο John Knox. Ιδρύθηκε το 1953 στη Γενεύη, έπειτα από πρωτοβουλία του Charles Tudor Leber του Board of Foreign Missions της Presbyterian Church in the U.S.A., και έλαβε το όνομά του από τον John Knox, ηγετική μορφή της Μεταρρύθμισης στη Σκωτία, του οποίου η πορεία συνδέθηκε άμεσα με τη Γενεύη του Καλβίνου. Αρχικά στεγάστηκε σε ένα σαλέ στην περιοχή Malagnou και εγκαινιάστηκε επίσημα το 1955, όταν ξεκίνησε και ο πρώτος κύκλος διαλέξεων με επικεφαλής τον Willem Visser ’t Hooft, ολλανδό θεολόγο, πρωτοπόρο του οικουμενικού διαλόγου και πρώτο Γενικό Γραμματέα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Από τα πρώτα του χρόνια λειτούργησε ως τόπος φιλοξενίας, μελέτης, διεθνών συναντήσεων και ανταλλαγής εμπειριών, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 άρχισε να διοργανώνει σεμινάρια και προγράμματα ανταλλαγής για φοιτητές από την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική. Σταδιακά απέκτησε ιδιαίτερη θέση στη διεθνή ζωή της Γενεύης ως χώρος διαλόγου και συνάντησης ανάμεσα σε ανθρώπους και κοινότητες διαφορετικών εθνικών και πολιτισμικών προελεύσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι στον χώρο του συνέκλιναν πρωτοβουλίες διαφορετικού χαρακτήρα, από διεθνή φοιτητικά προγράμματα έως δράσεις αλληλεγγύης με ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα, ανάμεσά τους και πρωτοβουλίες που συνδέθηκαν με το αντι-απαρτχάιντ κίνημα.

Η γεωγραφική του θέση δεν είναι αδιάφορη. Βρίσκεται σε μια περιοχή που γειτνιάζει με διεθνείς οργανισμούς οι οποίοι σφράγισαν τη μεταπολεμική διεθνή πολιτική, διπλωματική αλλά και οικουμενική ιστορία. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται το Οικουμενικό Κέντρο και η έδρα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ενός χώρου συνάντησης, διαλόγου, κοινής μαρτυρίας και συνεργασίας των Εκκλησιών σε ζητήματα πίστης, υπηρεσίας, δικαιοσύνης και ειρήνης. Τα μεταπολεμικά χρόνια λειτούργησε, μεταξύ άλλων, και ως φόρουμ διεθνούς διαλόγου μέσα στις ψυχροπολεμικές διαιρέσεις και ανέπτυξε έργο υπέρ προσφύγων, μεταναστών και κοινωνικά ευάλωτων πληθυσμών. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και το Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ, το οποίο δημιουργήθηκε το 1966. Ο σκοπός του δεν ήταν μόνο να καταστήσει ορατή την Ορθοδοξία στη δυτική Ευρώπη, αλλά και να υπηρετήσει την ενδορθόδοξη επικοινωνία, τη θεολογική καλλιέργεια και τον διαχριστιανικό διάλογο, σε καιρούς που η παγκόσμια Ορθοδοξία βίωνε τις επιπτώσεις της ψυχροπολεμικής διαίρεσης. Μέσα σε αυτή την τοπογραφία, η σύνδεση του Περικλή Κοροβέση με τη Γενεύη αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ο Περικλής Κοροβέσης, συγγραφέας, αντιστασιακός και θύμα βασανιστηρίων της Χούντας, συνδέθηκε με το John Knox σε μια περίοδο κατά την οποία η προσωπική μαρτυρία για τη βία του καθεστώτος έπρεπε να βρει χώρο φιλοξενίας και δημόσιας έκφρασης. Σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου, στο φιλόξενο περιβάλλον του John Knox συνέγραψε και τύπωσε για πρώτη φορά στον πολύγραφο του κέντρο τους «Ανθρωποφύλακες»: το εμβληματικό βιβλίο-μαρτυρία για τα βασανιστήρια στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, στη Μπουμπουλίνας. Η λεπτομέρεια αυτή φωτίζει μια λιγότερο προφανή διάσταση της αντιδικτατορικής μνήμης, η οποία δεν διαμορφώθηκε μόνο σε πολιτικούς χώρους ή σε κύκλους εξόριστων, αλλά και σε θεσμικά περιβάλλοντα όπου η αντιδικτατορική μαρτυρία μπορούσε να αποκτήσει διεθνές ακροατήριο.
Στο ίδιο πλέγμα μνήμης εγγράφονται και οι αναφορές στον Μίκη Θεοδωράκη και στη Μελίνα Μερκούρη κατά τη δικτατορική περίοδο. Οι σχετικές μνήμες που έχουν διασωθεί συνδέουν το John Knox με εκδηλώσεις συμπαράστασης στην Ελλάδα, όπου οι δύο εμβληματικές μορφές του αντιδικτατορικού αγώνα επικοινώνησαν με το διεθνές κοινό που ήθελε να μάθει την κατάσταση στην Ελλάδα μετά την επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Σε μία φωτογραφία που ήταν αναρτημένη στον χώρο του κέντρου, η Μελίνα εμφανίζεται να χορεύει ζεϊμπέκικο σε εκδήλωση αλληλεγγύης. Η εικόνα αυτή δεν έχει απλώς συναισθηματική αξία. Συμπυκνώνει τον τρόπο με τον οποίο η πολιτισμική έκφραση, η πολιτική διαμαρτυρία και η διεθνής κινητοποίηση μπορούσαν να συνυπάρξουν στον ίδιο χώρο και να καταστήσουν τη δικτατορική εμπειρία της Ελλάδας μέρος ενός ευρύτερου ηθικού και πολιτικού προβληματισμού.

Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και ο εν γένει οικουμενικός διάλογος είχαν στραφεί εντονότερα προς ζητήματα ειρήνης, φυλετικών διακρίσεων, κοινωνικής δικαιοσύνης και υπεράσπισης διωκόμενων πληθυσμών μέσα από τη διαμόρφωση μιας οικουμενικής πολιτικής θεολογίας. Αυτή η μετατόπιση δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις. Για ορισμένους εκκλησιαστικούς κύκλους, το οικουμενικό κίνημα έμοιαζε να υπερβαίνει τα όρια του αυστηρά θεολογικού διαλόγου και να εισέρχεται υπερβολικά στον χώρο της ιστορίας και της πολιτικής. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η διεύρυνση της οικουμενικής ατζέντας εξηγεί γιατί η Γενεύη μπορούσε να μεταβληθεί σε τόπο όπου η ελληνική υπόθεση της Δικτατορίας θα έβρισκε προσοχή, ευαισθησία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συγκεκριμένες μορφές στήριξης.
Σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται ευκρινέστερη και η δυσφορία που προκάλεσαν στην Ελλάδα τέτοιες πρωτοβουλίες. Η αρνητική στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος απέναντι στη δημόσια ανάδειξη, από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και από επιμέρους χριστιανικές κοινότητες, ζητημάτων όπως τα βασανιστήρια, οι πολιτικές διώξεις και η καταστολή δεν μπορεί να αποσπαστεί από τον τρόπο με τον οποίο ανασυγκροτήθηκε η ίδια η εκκλησιαστική ηγεσία μετά το πραξικόπημα. Η δικτατορία εξώθησε σε παραίτηση τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄ και προώθησε την εκλογή του Ιερωνύμου Κοτσώνη μέσω μιας αριστίνδην Συνόδου, ουσιαστικά διαμορφωμένης υπό κυβερνητικό έλεγχο, διαδικασία που αργότερα κρίθηκε αντικανονική, επιζήμια και τραυματική για την εκκλησιαστική τάξη.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η σύνοδος περί τον Ιερώνυμο δεν εξέφραζε απλώς μια συγκυριακή διοικητική προσαρμογή στις επιταγές της Χούντας, αλλά μια ευρύτερη εκκλησιαστική αντίληψη, ταυτισμένη με το ιδεολόγημα της «ελληνοχριστιανικής» ταυτότητας και στραμμένη προς το αφήγημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», η οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία κάθε διεθνή εκκλησιαστική παρέμβαση όταν αυτή άγγιζε ευθέως την κρατική αυθαιρεσία. Στο ευρύτερο αυτό θρησκευτικό και παραεκκλησιαστικό περιβάλλον, όπου δρούσαν και αδελφότητες όπως η ΖΩΗ, ο εκκλησιαστικός λόγος έτεινε να νοείται πρωτίστως ως εγγύηση της εθνικής συνοχής και της αντικομμουνιστικής εγρήγορσης, και όχι ως λόγος καταγγελίας της πολιτικής βίας. Ενδεικτικό είναι ότι ο ίδιος ο Ιερώνυμος, μολονότι είχε συνδεθεί με το ΠΣΕ και υπήρξε μέλος της Κεντρικής του Επιτροπής, αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Δ΄ Γενική Συνέλευση της Ουψάλας το 1968, θεωρώντας ότι η κριτική του ΠΣΕ προς το καθεστώς των Συνταγματαρχών για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπερέβαινε τα όρια της εκκλησιαστικής του αποστολής και συνιστούσε αθέμιτη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του ελληνικού κράτους.
Απέναντι σε αυτή την εκδοχή της εκκλησιαστικής παρουσίας διακρίνεται μια άλλη ορθόδοξη πρόσληψη της δημόσιας ευθύνης και της πολιτικής θεολογίας. Η παρουσία του επίσης συνδεδεμένου με το ΠΣΕ Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου στη Σέλμα το 1965, στο πλευρό του Martin Luther King, αποτελεί ένδειξη μιας διαφορετικής κατανόησης της εκκλησιαστικής μαρτυρίας, στην οποία η δημόσια καταγγελία της αδικίας, καθώς και η συμπαράσταση προς τους διωκομένους, δεν θεωρούνται υπέρβαση του εκκλησιαστικού ρόλου, αλλά στοιχείο της ίδιας της ηθικής του ευθύνης. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η στάση του μετά την Ουψάλα, στην οποία έλαβε μέρος, όταν βρέθηκε στην Αθήνα δηλώνοντας πως η σχέση με το ΠΣΕ δεν θα έπρεπε να λάβει τη μορφή αποχώρησης ή αμυντικής περιχαράκωσης, αλλά να διατηρηθεί ως συμμετοχή σε έναν χώρο οικουμενικού διαλόγου και ζυμώσεων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ένταση ανάμεσα στην Εκκλησία της Ελλάδος της περιόδου της Χούντας και στο ΠΣΕ δεν αφορά μόνο μια διπλωματική ή θεσμική σύγκρουση της εποχής. Φωτίζει βαθύτερα ρήγματα στο εσωτερικό της ορθόδοξης δημόσιας παρουσίας κατά τα χρόνια της δικτατορίας: από τη μία, μια εκκλησιαστική λογική στενά συνδεδεμένη με την εθνικοφροσύνη, την κρατική επιτήρηση και τη δυσπιστία απέναντι στον οικουμενικό έλεγχο, και από την άλλη, μια διαφορετική δυνατότητα ορθόδοξης πολιτικής θεολογίας, στην οποία η υπεράσπιση του ανθρώπου και η ευαισθησία απέναντι στην αδικία θεωρούνται στοιχείο της ίδιας της εκκλησιαστικής αποστολής. Έτσι, η μνήμη της Χούντας δεν αφορά μόνο τη βία του καθεστώτος και την αναστολή της δημοκρατικής ομαλότητας, αλλά και το πώς διαφορετικά εκκλησιαστικά παραδείγματα ανταποκρίθηκαν, ή δεν ανταποκρίθηκαν, στην πρόκληση της ιστορίας.

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη αν θυμηθεί κανείς όσα εκτυλίχθηκαν στην Ουψάλα το 1968, στο περιθώριο των εργασιών της Δ΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Εκεί, διαδηλωτές διαμαρτύρονταν όχι μόνο κατά της επιβολής της Χούντας των Συνταγματαρχών, αλλά και κατά της στήριξης που προσέφερε στη δικτατορία η επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος. Το γεγονός αυτό δεν ήταν δευτερεύον. Έδειχνε ότι η ελληνική υπόθεση είχε ήδη καταστεί μέρος ενός ευρύτερου διεθνούς και εκκλησιαστικού προβληματισμού, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι πολιτικές θεολογίες και οι θεολογίες της απελευθέρωσης μετατόπιζαν αισθητά τον προσανατολισμό του παγκόσμιου χριστιανισμού και αναμόρφωναν, συχνά μέσα από εντάσεις, την ατζέντα του οικουμενικού κινήματος. Σε αυτό το κλίμα, ο ευαγγελικός διανοούμενος Harold Lindsell, σχολιάζοντας τις εργασίες της Συνέλευσης στο Christianity Today, παρατηρούσε ειρωνικά πως, ενώ το «πλοίο» του ΠΣΕ είχε γεμίσει με όλο και περισσότερες Εκκλησίες, η Εκκλησία της Ελλάδος έμοιαζε να έχει εγκαταλείψει τη θέση της πριν ακόμη το πλοίο δέσει στο λιμάνι. Πίσω από τη ρητορική οξύτητα του σχολίου διακρίνεται πάντως μια ουσιαστική ιστορική αλήθεια: ότι η στάση της επίσημης ελλαδικής εκκλησιαστικής ηγεσίας προκαλούσε ήδη αμηχανία, κριτική και δυσφορία στο διεθνές οικουμενικό περιβάλλον.
Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι η διεθνής τεκμηρίωση των βασανιστηρίων υπήρξε κρίσιμο στοιχείο για την ηθική και πολιτική απονομιμοποίηση του καθεστώτος. Οι καταγγελίες, οι έρευνες και η διεθνής πίεση συνέβαλαν ώστε η Ελλάδα της Χούντας να εκτεθεί ευρύτερα για συστηματικές παραβιάσεις δικαιωμάτων. Στο ίδιο περιβάλλον γίνεται ακόμη σαφέστερο πόσο σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μια μαρτυρία όπως εκείνη του Περικλή Κοροβέση δεν καταγράφηκε απλώς στην εξορία, αλλά βρήκε χώρο διατύπωσης και πρώτης υλικής μορφής μέσα σε ένα οικουμενικό περιβάλλον όπως εκείνο του John Knox.

Το βλέμμα στην περίοδο της Δικτατορίας και του αντιδικτατορικού αγώνα μπορεί, επομένως, να στραφεί και προς τόπους, θεσμούς και διασυνδέσεις που δεν βρίσκονται πάντα στο κέντρο της ελληνικής δημόσιας ιστορικής μνήμης. Η Γενεύη, το John Knox, το οικουμενικό κίνημα, τα διεθνή δίκτυα αλληλεγγύης, οι πολιτικοί εξόριστοι, οι φοιτητές, οι άνθρωποι της τέχνης και της σκέψης που βρέθηκαν εκεί υπενθυμίζουν ότι η ιστορία της ελευθερίας δεν γράφεται μόνο στα σημεία της καταστολής. Γράφεται και στους χώρους όπου κάποιοι αρνήθηκαν να θεωρήσουν φυσική την καταπίεση και άφησαν τη μαρτυρία να βρει φωνή.
Ο γράφων βρέθηκε για πρώτη φορά στο Διεθνές Κέντρο John Knox το 2006, στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο πρόγραμμα Stewards του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.
Σημείωση: Για μια αναλυτική προσέγγιση των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, βλ. Charalampos M. Andreopoulos, The Greek Orthodox Church during the Dictatorship of the Colonels: Relations of Church and State in Greece at the seven-year period of military Junta (1967–1974), Eusebius Lab International Working Paper, 2020/07.
Last modified: 22 Απριλίου 2026
[mc4wp_form id="5485"]
