Στις πλαγιές του Ψηλορείτη, η ιστορία και η μνήμη της Κατοχής και της Αντίστασης συναντούν έναν κόσμο που εξακολουθεί να οργανώνεται γύρω από την κτηνοτροφία, τα μιτάτα, την οικογένεια και τη σχέση με τον τόπο. Από τα Ζωνιανά και τον Γουρνόλακο έως τα Ανώγεια, τα μνημεία και οι τόποι της κατοχικής βίας συνυπάρχουν με τις ιστορίες ανθρώπων που ξαναέχτισαν τα σπίτια και τη ζωή τους, παραμένοντας στον τόπο τους.

Στις αρχές Ιουλίου 2026, η πλατφόρμα mnemonikon.gr πραγματοποίησε το τρίτο οδοιπορικό της στην Κρήτη, αυτή τη φορά σε τόπους ιστορικής μνήμης του Ψηλορείτη. Η διαδρομή ξεκίνησε από τα Χανιά με συνοδό τον Αντώνη Τζατζάνη, νοσηλευτή στο επάγγελμα, ο οποίος εδώ και χρόνια καταγράφει με βίντεο τη δημόσια, εκκλησιαστική και πολιτιστική ζωή της Κρήτης και έχει δημιουργήσει ταινίες και ντοκιμαντέρ για την ιστορία του νησιού, την Κατοχή και την Αντίσταση.

IMG

Μια απρόσμενη στάση στα Ζωνιανά

Ο αρχικός προορισμός ήταν τα Ανώγεια. Λίγα χιλιόμετρα πριν από το χωριό, μια διασταύρωση έδειχνε αριστερά προς τα Ανώγεια και δεξιά προς τα Ζωνιανά. Παρότι η ώρα είχε ήδη προχωρήσει, αποφασίστηκε μια σύντομη παράκαμψη προς το χωριό. Μια λάθος στροφή, αντί να οδηγήσει προς το κέντρο του χωριού, έφερε τη διαδρομή στο κοιμητήριό του. Στην είσοδο βρίσκεται μνημείο αφιερωμένο σε τέσσερις κατοίκους των Ζωνιανών: τον Γεώργιο Στυλιανού Κάββαλο, τα αδέλφια Μιχάλη και Γιάννη Κλίνη και τον Κώστα Παρασύρη. Τον Αύγουστο του 1944, ενώ είχε αρχίσει η καταστροφή των Ανωγείων και γερμανικά αποσπάσματα κινούνταν στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη, οι τέσσερις άνδρες συνελήφθησαν στην ευρύτερη περιοχή και οδηγήθηκαν προς τα Ανώγεια. Εκτελέστηκαν στις 20 Αυγούστου 1944 στη θέση «στου Πετριά το Ρυάκι».

Η απρόσμενη συνάντηση με το μνημείο έγινε η αφορμή να συνεχιστεί η περιήγηση προς το κέντρο των Ζωνιανών, αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για την ιστορία του χωριού. Στην κεντρική πλατεία, ένα δεύτερο μνημείο συγκεντρώνει τα ονόματα Ζωνιανών που χάθηκαν σε διαφορετικές περιόδους των αγώνων της Κρήτης, από τις επαναστάσεις κατά της οθωμανικής κυριαρχίας και το Αρκάδι του 1866 έως τη δεκαετία του 1940. Το σημερινό μνημείο αντικατέστησε εκείνο που είχε ανεγερθεί το 1950 από τον Σύλλογο Ζωνιανών Αθηνών.

Το ενδιαφέρον για το μνημείο δεν πέρασε απαρατήρητο από μια παρέα κατοίκων στο κοντινό καφενείο. Η ερώτησή τους για τον λόγο της επίσκεψης έγινε γρήγορα πρόσκληση για μια ρακή. Η κουβέντα που ακολούθησε κράτησε αρκετή ώρα και πέρασε από την ιστορία του χωριού στις οικογένειες και στη σημερινή ζωή στα Ζωνιανά. Ανάμεσα στην παρέα ήταν και ο Δημήτρης Παρασύρης, κτηνοτρόφος ο ίδιος, ο οποίος στο τέλος πρότεινε στους επισκέπτες να διανυκτερεύσουν στο χωριό. Τους προσκάλεσε μάλιστα να συμμετάσχουν, την επόμενη ημέρα, σε μια γιορτή στο μιτάτο της οικογένειας.

Η διανυκτέρευση στα Ζωνιανά είχε πλέον αποφασιστεί. Πριν όμως επιστρέψουν στο χωριό για τη νύχτα, οι δύο επισκέπτες συνέχισαν για λίγα ακόμη χιλιόμετρα έως τα Ανώγεια, που ήταν και ο αρχικός προορισμός της διαδρομής. Η πρώτη αυτή επίσκεψη ήταν σύντομη. Στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, μια στάση στο παραδοσιακό καφενείο «Μίχαλος Σκουλάς», με παλιές φωτογραφίες των Ανωγείων στους τοίχους, αποτέλεσε την πρώτη γνωριμία με το χωριό. Η κύρια περιήγηση θα ακολουθούσε δύο ημέρες αργότερα.

Στα μιτάτα του Ψηλορείτη

Νωρίς το πρωί της Κυριακής 5 Ιουλίου, η διαδρομή ανέβηκε έξω από τα Ζωνιανά. Η βλάστηση λιγόστευε όσο ανέβαινε ο δρόμος. Γυμνά, σχισμένα βράχια και πέτρες κυριαρχούσαν στις πλαγιές και ο ορεινός όγκος του Ψηλορείτη δέσποζε μπροστά.

Εκεί βρίσκεται το μιτάτο της οικογένειας Παρασύρη και το πέτρινο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου που έχει ανεγείρει η ίδια. Κάθε χρόνο, την ίδια περίοδο, τα μέλη της συγκεντρώνονται στον χώρο. Τελείται Θεία Λειτουργία και αρτοκλασία υπέρ υγείας και ακολουθεί κοινό γεύμα, στο οποίο συμμετέχει πλήθος συγγενών και φίλων της οικογένειας.

Οι προετοιμασίες είχαν αρχίσει από νωρίς. Άνδρες διαφορετικών ηλικιών, μαζί με νεότερα παιδιά, έκοβαν το κρέας σε μεγάλα κομμάτια και το περνούσαν στις σούβλες για το αντικριστό, σε μια διαδικασία στενά δεμένη με την κτηνοτροφική ζωή του Ψηλορείτη. Μετά τη Θεία Λειτουργία και τη λιτάνευση της εικόνας του αγίου, οι διαφορετικές γενιές της οικογένειας συγκεντρώθηκαν στα τραπέζια που είχαν στηθεί. Μέσα στη μεγάλη συνάθροιση σχηματίζονταν μικρότερες παρέες. Νεαρές γυναίκες κάθονταν μαζί, ενώ λίγο πιο πέρα είχαν συγκεντρωθεί νέοι πατέρες, με τα μικρά αγόρια κοντά τους. Το κρέας από το αντικριστό, που ψηνόταν λίγο παραδίπλα, μοιραζόταν στα τραπέζια καθώς η κουβέντα συνεχιζόταν.

IMG
IMG

Ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας ξεχώριζε η παρουσία πολλών νέων ανθρώπων και, κυρίως, πολλών παιδιών. Σε έναν ορεινό τόπο, όπου η παραμονή των νεότερων γενιών δεν είναι αυτονόητη, τόσα παιδιά δεν περνούσαν απαρατήρητα. Ένας από τους νέους είναι ο Στέλιος Παρασύρης, γιος του Δημήτρη. Ο Στέλιος έχει δημιουργήσει τη δική του οικογένεια, εργάζεται μαζί με τον πατέρα του στην κτηνοτροφία και θέλει να συνεχίσει τη ζωή του στα Ζωνιανά. Την ίδια θέληση εξέφρασαν και άλλοι συνομήλικοι συντοπίτες του.

IMG

Στη διάρκεια του γεύματος προέκυψε και μια ακόμη πρόσκληση: για έναν «πρόγαμο», το έθιμο πριν από τον γάμο κατά το οποίο συγγενείς και συγχωριανοί εύχονται στους μελλόνυμφους και προσφέρουν ζώα για το γαμήλιο τραπέζι. Επιστρέφοντας στα Ζωνιανά, στους δρόμους του χωριού συναντούσε κανείς κατοίκους να μεταφέρουν στους ώμους τους σφαγμένα ζώα προς τη γιορτή των μελλονύμφων.

IMG

Μέσα στη μεγάλη οικογενειακή συνάθροιση προέκυψε και μια αναπάντεχη σύνδεση με τη Θράκη. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρισκόταν η Δρ Βασιλική Παττακού-Παρασύρη, σύζυγος του Νίκου Παρασύρη και συνταξιούχος Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνικής Εργασίας. Η συζήτηση μαζί της έφτασε κάποια στιγμή στην Ξάνθη, στο Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης και στη Βιργινία Τσουδερού. Η αναφορά αυτή προκάλεσε εμφανή συγκίνηση στη Βασιλική Παττακού-Παρασύρη, καθώς είχε υπάρξει συνεργάτρια της Κρητικιάς πολιτικού και ιδρύτριας του Ιδρύματος. Είχε μάλιστα παραστεί και στα εγκαίνιά του, το 1998, στην Ξάνθη.

Η συζήτηση στράφηκε στη συνέχεια στους τόπους ιστορικής μνήμης της περιοχής. Ο Νίκος Παρασύρης, με τον οποίο είχε γίνει γνωριμία το προηγούμενο βράδυ, είχε αναφέρει τον Γουρνόλακο και το ταφικό μνημείο που βρίσκεται εκεί και είχε προτείνει να οδηγήσει τους επισκέπτες στον τόπο μετά το πανηγύρι. Στη διαδρομή θα συμμετείχε και ο αδελφός του Κώστας, ο οποίος έχει διατελέσει Πρόεδρος της Κοινότητας Ζωνιανών.

IMG

Ο Γουρνόλακος και οι νεκροί των χωριών του Μυλοποτάμου

Μετά το τέλος του γεύματος, οι δύο αδελφοί, οι σύζυγοί τους και οι δύο επισκέπτες πήραν τον δρόμο προς τον Γουρνόλακο. Ο δρόμος ανεβαίνει μέσα από διαδοχικές στροφές, σε ένα τοπίο όπου η βλάστηση υποχωρεί και η πέτρα κυριαρχεί όλο και περισσότερο.

Η πρώτη στάση έγινε στο ταφικό μνημείο, δίπλα στον δρόμο. Εκεί οι δύο αδελφοί μίλησαν για τις εκτελέσεις που έγιναν στην περιοχή τον Σεπτέμβριο του 1943 και για τους ανθρώπους από τα γύρω χωριά που έχασαν τη ζωή τους. Το μνημείο είναι χτισμένο με πελεκημένη πέτρα της περιοχής, με πέτρινη πλάκα όπου έχουν χαραχθεί τα ονόματα των νεκρών και έναν πέτρινο σταυρό. Ψηλότερα, στο χείλος του βαθιού λάκκου, βρίσκονται ο Ιερός Ναός του Αγίου Πνεύματος και το μνημείο όπου αναγράφονται τα ονόματα των θυμάτων.

Οι 32 νεκροί προέρχονταν από διαφορετικά χωριά της περιοχής. Είκοσι ένας ήταν από τον Αβδελλά, έξι από τον Άγιο Μάμα και δύο από την Κάλυβο, ενώ από τα Λιβάδια, την Κριτσά και τις Αβδανίτες προερχόταν ένα θύμα από κάθε χωριό. Το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα βαρύ για τον Αβδελλά, ορεινή κτηνοτροφική κοινότητα που έχασε στον Γουρνόλακο τη μεγάλη πλειονότητα των θυμάτων. Το χωριό αναγνωρίστηκε το 2025 επίσημα ως μαρτυρικό με προεδρικό διάταγμα (Π.Δ. 71/2025), μετά από ενέργειες του Δήμου Μυλοποτάμου, του πολιτιστικού συλλόγου της κοινότητας και συνεργατών του.

Μετά την πρώτη εκτέλεση, η είδηση έφθασε στα Ζωνιανά και από εκεί κινητοποιήθηκαν άνθρωποι για τη φροντίδα των νεκρών και την ειδοποίηση των συγγενών τους. Όταν κάτοικοι των γύρω χωριών ανέβηκαν για να περισυλλέξουν και να θάψουν τους νεκρούς, γερμανικές δυνάμεις επέστρεψαν στην περιοχή και ακολούθησε η δεύτερη εκτέλεση στις 5 Σεπτεμβρίου.

Από το ταφικό μνημείο η διαδρομή συνεχίστηκε ακόμη ψηλότερα. Οι δύο αδελφοί πρότειναν μια επίσκεψη και στο δικό τους μιτάτο, όπου εκείνη την περίοδο γίνονταν εργασίες αποκατάστασης. Εκεί έγινε η πρώτη συνάντηση με τον Τάσο Παπαδάκη, παραδοσιακό πετρά του Ψηλορείτη, που εργαζόταν πάνω στο παλιό κτίσμα.

IMG

Η κουβέντα μαζί του στράφηκε γρήγορα στην πέτρα και στην παλιά τεχνική κατασκευής των μιτάτων. Ο Παπαδάκης μίλησε για την επιλογή του υλικού και τον τρόπο με τον οποίο κάθε κομμάτι δουλεύεται και τοποθετείται. Η συζήτηση έφτασε και στη μετάδοση αυτής της γνώσης στις νεότερες γενιές. Όπως εξήγησε, φοιτητές του Πολυτεχνείου δεν έρχονται κοντά σε ανθρώπους σαν τον ίδιο για να γνωρίσουν στην πράξη την τέχνη της πέτρας και, κατά την εκτίμησή του, η παλιά τεχνογνωσία δεν βρίσκει πλέον συνέχεια. Ανέφερε ακόμη ότι σε ορισμένα μιτάτα γίνονται σήμερα επεμβάσεις από τεχνίτες που δεν γνωρίζουν τον παραδοσιακό τρόπο δουλειάς, αλλοιώνοντας τη μορφή των παλιών κατασκευών. Για τον ίδιο, δεν αρκεί ένας αρχιτέκτονας ή ένας μηχανικός να αποτυπώσει ένα μιτάτο και να μελετήσει τη μορφή του. Πρέπει να πιάσει την πέτρα, να μάθει να την πελεκά και να δουλέψει δίπλα στους ανθρώπους που εξακολουθούν να γνωρίζουν την τέχνη.

Μετά την επίσκεψη στο μιτάτο, ο Νίκος Κοσμίδης, υπεύθυνος του προγράμματος Δράσεις Ιστορίας Μνήμης Πολιτισμού και υποψήφιος διδάκτορας Αρχιτεκτονικής, και ο Αντώνης Τζατζάνης επέστρεψαν μόνοι στον Γουρνόλακο, αυτή τη φορά για φωτογραφική και βιντεοληπτική καταγραφή. Λίγο αργότερα, ο Τάσος Παπαδάκης ήρθε να τους βρει εκεί και η κουβέντα στράφηκε στην αποκατάσταση του ταφικού μνημείου, στην οποία είχε εργαστεί λίγα χρόνια νωρίτερα.

IMG

Καθώς μιλούσε για εκείνη την εργασία, ακουμπούσε τις πέτρες που είχε τοποθετήσει. Θυμήθηκε ιδιαίτερα τη στιγμή που έστησε τον πέτρινο σταυρό. Όπως αφηγήθηκε, τότε είδε ένα σύννεφο να βγαίνει από το μνημείο και το ερμήνευσε ως τις ψυχές των νεκρών που είχαν πλέον αναπαυθεί. Μιλούσε γι’ αυτή τη στιγμή με τη βεβαιότητα μιας προσωπικής εμπειρίας.

Μετά την αποχώρησή του, ακολούθησε η ανάβαση προς τον ναό και το μνημείο με τα ονόματα των θυμάτων. Από εκεί, ο Αντώνης χρησιμοποίησε drone για να καταγράψει από ψηλά το ταφικό μνημείο, τον ναό και τον ίδιο τον λάκκο. Στη συνέχεια άρχισε η κατάβαση προς τον Γουρνόλακο. Όσο κατέβαιναν, ο δρόμος έμενε όλο και ψηλότερα πίσω, ώσπου στον πυθμένα οι πέτρινες πλαγιές έκλειναν τον χώρο γύρω από το σημείο των εκτελέσεων.

IMG

Επιστροφή στα Ανώγεια

Στις 6 Ιουλίου ο Νίκος Κοσμίδης επέστρεψε στα Ανώγεια για την κύρια περιήγηση στο χωριό. Η καταστροφή του 1944 αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς στην ιστορία των Ανωγείων, δεν ήταν όμως η πρώτη. Τα Ανώγεια πυρπολήθηκαν το 1822 από τις δυνάμεις του Σερίφ Πασά και ξανά το 1867 από τον Ρεσίζ Πασά. Η τρίτη καταστροφή άρχισε στις 13 Αυγούστου 1944. Ύστερα από διαταγή του Γερμανού διοικητή του Φρουρίου Κρήτης Friedrich-Wilhelm Müller, τα Ανώγεια λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν σε μεγάλη έκταση, ενώ κάτοικοί τους εκτελέστηκαν. Στη διαταγή του, ο Müller επικαλούνταν τη δράση της Αντίστασης και τη βοήθεια που παρείχε το χωριό σε αντάρτες, συμμαχικές δυνάμεις και στους απαγωγείς του στρατηγού Heinrich Kreipe.

Στην πλατεία Αρμί, δίπλα στο Δημαρχείο, το μνημείο συγκεντρώνει αυτή τη μακρά ιστορία καταστροφών. Πάνω του αναγράφονται οι τρεις καταστροφές των Ανωγείων, τα ονόματα των νεκρών, η γερμανική διαταγή του 1944 και η απονομή του Πολεμικού Σταυρού Α΄ Τάξεως.

IMG
IMG

Η πορεία μέσα στο χωριό πέρασε και από το σπίτι του Νίκου Ξυλούρη. Καθ’ οδόν, την προσοχή τραβούσαν και τα ίδια τα σπίτια. Τα Ανώγεια δεν παρουσιάζουν παντού μια ενιαία μορφή. Παλαιότερα και χαμηλότερα κτίσματα συνυπάρχουν με νεότερες οικοδομές και προσθήκες, ενώ από σπίτι σε σπίτι η εικόνα αλλάζει αισθητά.

IMG

Λίγο αργότερα, δύο ηλικιωμένοι άνδρες που κάθονταν σε καρέκλες στη σκιά ενός σπιτιού ρώτησαν τον επισκέπτη ποιος ήταν και τι αναζητούσε στο χωριό. Ήταν ο Νίκος Μανούσος και ο Μιχάλης Καλλέργης. Αν και το μεσημέρι είχε ήδη προχωρήσει, όταν έμαθαν ότι η έρευνα αφορούσε τόπους μαρτυρίου και ζητήματα ιστορικής μνήμης, οι δύο άνδρες μοιράστηκαν βιώματα, οικογενειακά ακούσματα και αναμνήσεις από τη μεταπολεμική ζωή των Ανωγείων.

Ο Μιχάλης Καλλέργης στάθηκε κυρίως στις πρώτες ανάγκες μετά την καταστροφή. Οι οικογένειες γύριζαν σε έναν τόπο όπου είχαν χαθεί σπίτια, ζώα, τρόφιμα, κουβέρτες και οικιακά σκεύη. Πολλοί άνδρες παρέμεναν ακόμη στο βουνό, ενώ ανάμεσα σε όσους επέστρεφαν πρώτοι βρίσκονταν γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι.

Όπως αφηγήθηκε, η προσπάθεια για στέγαση άρχισε σχεδόν αμέσως. Από τα κατεστραμμένα σπίτια συγκέντρωναν ό,τι ξύλο μπορούσε ακόμη να χρησιμοποιηθεί και προσπαθούσαν να φτιάξουν έναν πρώτο χώρο για την οικογένεια. Ένα «δωματιάκι» αρκούσε για την αρχή· όπου δεν υπήρχε πόρτα, στο άνοιγμα κρεμούσαν μια κουβέρτα. Αργότερα άρχισε να φθάνει βοήθεια με ξυλεία, αλεύρι και άλλα βασικά είδη.

Στη διήγησή του επανερχόταν και η έλλειψη τροφής. Η καταστροφή δεν είχε τελειώσει με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων· συνέχισε να καθορίζει για χρόνια τις πιο απλές ανάγκες, από το φαγητό και τη στέγη έως την καθημερινή επιβίωση.

Μετά τη συζήτηση, η διαφορετική εικόνα των σπιτιών αποκτούσε μια ακόμη διάσταση, δίπλα στις αφηγήσεις για την επείγουσα ανάγκη στέγασης και τις διαδοχικές προσπάθειες ανοικοδόμησης του χωριού.

Τρεις καταστροφές, τρεις επιστροφές

Η επίσκεψη στα Ανώγεια ολοκληρώθηκε με μια δίωρη συνάντηση στο Δημαρχείο με τον Δήμαρχο Ανωγείων Σωκράτη Κεφαλογιάννη. Πίσω από το γραφείο του βρίσκεται μια σύνθεση με πορτρέτα Ανωγειανών αγωνιστών από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Παρουσιάζοντας τις μορφές τους, μίλησε για τη μακρά ιστορία της αντίστασης του χωριού, από τις κρητικές επαναστάσεις έως τη γερμανική Κατοχή. Η καταστροφή του 1944, σημείωσε, απέκτησε τέτοιο βάρος στη συλλογική μνήμη ώστε σε μεγάλο βαθμό επισκίασε τις δύο προηγούμενες καταστροφές και τις μνήμες της οθωμανικής περιόδου.

Για τον ίδιο, όμως, οι τρεις καταστροφές είναι ταυτόχρονα και τρεις επιστροφές. Κάθε φορά οι κάτοικοι ξαναέχτισαν τον τόπο τους και διατήρησαν την κοινότητά τους. Μετά το 1944, καθοριστικό ρόλο στην ανάκαμψη έπαιξε, όπως εξήγησε, η κτηνοτροφία: τα οροπέδια και οι βοσκότοποι του Ψηλορείτη επέτρεψαν τη συνέχιση μιας δραστηριότητας στενά δεμένης με τη ζωή των Ανωγείων.

IMG

Αυτή τη σχέση ανάμεσα στο περιβάλλον, τον τόπο και τους ανθρώπους θέλει να αποτυπώσει και ο σχεδιαζόμενος Εκθεσιακός Χώρος Πολιτιστικού Πάρκου Ανωγείων, που θα περιλαμβάνει και ψηφιακή περιήγηση. Όπως σημείωσε ο Δήμαρχος, στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται το ερώτημα γιατί αυτοί οι «τόποι της πέτρας» γεννούν ανθρώπους της αντίστασης και της επιμονής. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσει και ταινίες και μουσικά έργα που έχει δημιουργήσει ο Δήμος, επιχειρώντας να δώσει στις νεότερες γενιές μια ευρύτερη εικόνα της ιστορίας του τόπου, πέρα από τη σύνδεσή της με το αγωνιστικό και ατίθασο φρόνημα των Ανωγείων.

Ιδιαίτερη ήταν η αναφορά του στην επέτειο της 13ης Αυγούστου. Για τον Σωκράτη Κεφαλογιάννη δεν είναι μόνο ημέρα πένθους, αλλά και ημέρα κατά την οποία τα Ανώγεια θυμούνται ότι επέζησαν ως κοινότητα, καθώς και την τιμή που αποδόθηκε στο χωριό με τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ Τάξεως. Στη δική του ανάγνωση, το βάρος δεν βρίσκεται μόνο στις τρεις φορές που ο τόπος καταστράφηκε, αλλά και στο γεγονός ότι οι Ανωγειανοί παρέμειναν και συνέχισαν να ζουν σε αυτόν. Η μνήμη αυτής της διαδρομής, σημείωσε, πρέπει να παραμένει και υπόθεση της ίδιας της τοπικής κοινωνίας, που έχει ουσιαστικό λόγο στον τρόπο με τον οποίο τη διαχειρίζεται και την παρουσιάζει.

Η μνήμη στον Ψηλορείτη δεν βρίσκεται μόνο στα μνημεία και στις επετείους. Βρίσκεται στα σπίτια που ξαναχτίστηκαν, στα μιτάτα που αναστυλώνονται και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως τόποι συνάντησης των γενεών, στην πέτρα που συνεχίζουν να δουλεύουν οι τεχνίτες και στα παιδιά που μεγαλώνουν στον ίδιο τόπο. Από τα Ζωνιανά και τον Γουρνόλακο έως τα Ανώγεια, αυτοί οι τόποι δεν αποτελούν μόνο μνημεία καταστροφής, βίας και θανάτου. Είναι ταυτόχρονα μνημεία επιμονής και ζωής.

Φωτογραφίες: Νίκος Κοσμίδης / mnemonikon.gr

IMG

Comments are closed.

Close Search Window